ΤΩΡΑ ΘΑ ΜΙΛΗΣΩ ΕΓΩ
Θεατροποιημένη ανάγνωση του έργου του Χάρη Βλαβιανού στον Πολυχώρο ΕΣΤΙΑ.
Με τους: Χριστίνα Γαβριηλίδου, Κατερίνα Σκουφάρη, Γιώργο Κωνσταντίνου.
Σκηνοθεσία: Άγις Παίκος.
Ημερομηνίες: 22, 24, 29 Νοεμβρίου και 1η Δεκεμβρίου 2024.
Οι παραστάσεις της Παρασκευής (22, 29) αρχίζουν στις 20.30. Οι παραστάσεις της Κυριακής (24 Νοεμβρίου, 1η Δεκεμβρίου) στις 19.00. Κρατήσεις: 97 790 533
ΣΗΜΕΙΩΜΑ σκηνοθέτη:
Το πολύπτυχο συγγραφικό έργο του Χάρη Βλαβιανού εμπνέεται κυρίως από τα έντονα οικογενειακά του τραύματα. Τόσο στην ποίηση όσο και στις δύο νουβέλες του “Το αίμα νερό” (όπου σκιαγραφεί την τραυματική σχέση του με τους νεκρούς πια γονείς του) και “Τώρα θα μιλήσω εγώ” (όπου δίνει φωνή στη νεκρή αδελφή του Μαρίνα). Τα αφηγήματα αυτά αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τα δυο μέρη ενός άτυπου οικογενειακού μυθιστορήματος. Μέσα από τη συμβολική χειρονομία της γραφής, εν είδη εξορκισμού ενός τραυματικού παρελθόντος, ο συγγραφέας επιχειρεί μια συμφιλίωση με τους οικείους του. Στο έργο «Τώρα θα μιλήσω εγώ» ο συγγραφέας κάνει μια οδυνηρή ενδοσκόπηση της σχέσης ανάμεσα στη συναισθηματικά απόμακρη μητέρα του και την αδελφή του, Μαρίνα Μονκάντα Ντι Μονφόρτε [née Μαρίνα Βλαβιανού] (1967-2016). Η συγκρουσιακή αυτή σχέση φαίνεται να έσπρωξε την αδελφή του στην πλήρη εξάρτηση από τα ναρκωτικά προκαλώντας τον θάνατό της σε νεαρή ηλικία. Στο κείμενο, η Μαρίνα μιλά σε πρώτο πρόσωπο και παρουσιάζει ένα πανόραμα της δύσκολης ζωής της, επιμένοντας στην καθοριστική σχέση της με τη μητέρα της, αναδεικνύοντας τα στοιχεία που την έφεραν μέχρι τον εθισμό και την εξάρτηση.

Σκιαγραφημένη ως ιδιαίτερα τοξική, η μητέρα της Μαρίνας (και του συγγραφέα), φαίνεται να διαθέτει έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία, αρνούμενη να αναλάβει τις γονικές της ευθύνες, ζώντας απερίσκεπτα και επιπόλαια, χωρίς να υπολογίζει ούτε τίμημα, ούτε και συνέπειες. Χειριστική και αλαζονική, στέκεται μονίμως εμπόδιο στην προσπάθεια της κόρης της να βρει – εντός της – εμπιστοσύνη στον εαυτό της αλλά και κάποιο ίχνος στοιχειώδους προσωπικής αξίας. Μιλώντας με συνταρακτική αμεσότητα και ειλικρίνεια, η ηρωίδα (η οποία μιλά μετά το τραγικό της τέλος, ως ένα είδος φαντάσματος) δεν διστάζει να κατηγορήσει ευθέως τη μητέρα της αποδίδοντάς της βαριές ευθύνες. Οι αυτοκαταστροφικές επιλογές της, προκύπτουν ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας ζωής στερημένης από τη μητρική αγάπη. Φέρει ένα τραύμα βαθύ και ανεπούλωτο και αναζητά τη θαλπωρή μίας εστίας αλλά δεν βρίσκει παρά μόνο θλιβερά υποκατάστατα. Αποκομμένη κι αποξενωμένη, τριγυρίζει σε κοινότητες απεξάρτησης και δεν παύει να υποτροπιάζει και να ξανακυλά διαγράφοντας κύκλους που δεν οδηγούν πουθενά. Ο εθισμός της και οι αυτοκαταστροφικές επιλογές της, προκύπτουν ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας ζωής με απόντα πατέρα και σκανδαλωδώς αδιάφορη μητέρα. Διαφαίνεται επίσης πως είναι η συμπεριφορά της μητέρας της που οριοθετεί την αρχή, την αιτία και το (κατά τραγική ειρωνεία – λυτρωτικό) αναπόφευκτο τέλος των τραυμάτων. Άλλωστε, στην κλασική Φροϋδική ψυχολογία, η μητέρα είναι το πρώτο αντικείμενο αγάπης, ο πρώτος «σημαντικός άλλος». Είναι η σχέση μαζί της που προδιαγράφει τη μετέπειτα πορεία και τον τρόπο που θα δομηθεί ο ανθρώπινος ψυχισμός.
Επιβαρυμένη με οδυνηρά αισθήματα ανεπάρκειας, αναξιότητας και ντροπής, η Μαρίνα εισπράττει συνεχώς άρνηση και απόρριψη και μάλιστα όταν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, έχει ανάγκη την αποδοχή.

Η μητέρα βλέπει πάνω στην τοξικομανή κόρη την πιο απτή απόδειξη μιας τραγικής αποτυχίας και προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τις επαφές μαζί της. Στα μάτια της, η Μαρίνα είναι μίασμα και απόβλητη, δεν δικαιούται συμπόνια και περίθαλψη γιατί αμαυρώνει την εικόνα της οικογένειας. Επιπλέον, κηλιδώνει την υπόληψη της μητέρας, που θέλει να απολαμβάνει γόητρο και κύρος στην «καλή κοινωνία». Όπως αναφέρει άλλωστε και η φιλόλογος Νίκη Κώτσιου σε σχετικό της σημείωμα: «Η Μαρίνα αφήνεται να παλέψει μόνη με τους δαίμονές της, σε έναν άνισο αγώνα, που μόνο σε ήττα οδηγεί. Το αίσθημα κενού και ματαιότητας από την έλλειψη και την ισόβια στέρηση αγάπης, η Μαρίνα το γεμίζει με ηρωίνη. Μέσα από το «χάσιμο» και το «βύθισμα» στην ουσία, η Μαρίνα απαλλάσσεται πρόσκαιρα από τον πόνο και το ζόφο, που είναι η μόνιμη πραγματικότητα της ζωής της. Μιας ζωής χωρίς αγάπη, χωρίς μέλλον και χωρίς προοπτική. Στη σχέση με το άλλο φύλο, η Μαρίνα, που νιώθει ανάξια να αγαπηθεί, αναπαράγει το μοτίβο της αποτυχίας και ματαίωσης που έχει «διδαχθεί» από την καταστροφική αλληλεπίδραση με τη μητέρα. Παγιδευμένη σ’ έναν ιστό διάψευσης και θλίψης, επαναλαμβάνει το μόνο σενάριο που γνωρίζει καλά, φλερτάροντας αδιάκοπα με το θάνατο. Καταδικασμένη να ζει εκτός αγάπης, η Μαρίνα βλέπει το μίσος της για τη μητέρα να μετατρέπεται τελικά σε μίσος για τον ίδιο τον εαυτό της».

Discover more from Περιοδικό Agora
Subscribe to get the latest posts sent to your email.