
Σύμφωνα με τον ερευνητη Κωστή Κοκκινόφτα, το 1913, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποφάσισε την ίδρυση εκθετοτροφείου σε χώρο γύρω από την εκκλησία του Αγίου Ιακώβου στην παλιά Λευκωσία, η απόφαση αυτή όμως, λόγω ένστασης του ιερομόναχου Δοσίθεου, υλοποιήθηκε γύρω στο 1917. Μεταξύ άλλων, αναφέρει ο ερευνητής, στο εκθετοτροφείο φιλοξενήθηκαν το 1917, 13 έκθετα. Διευθύντρια ανέλαβε η διδασκάλισσα Ευαγγελία Παναγίδου, ενώ ο γιατρός Ευέλθων Γλυκής παρείχε δωρεάν τις υπηρεσίες του προς τα έκθετα. Τα εγκαίνια του εκθετοτροφείου έγιναν στις 31 Δεκεμβρίου 1917. Κάποιες από τις μοναχές που σύχναζαν στον Άγιο Ιάκωβο υπηρέτησαν το εκθετοτροφείο, το οποίο τους παρείχε στέγη και τροφή.
Για το εκθετοτροφείο στοιχεία παραθέτει και η Αγνή Μ. Μιχαηλίδη, στο βιβλίο της «Λευκωσία, η παλιά Χώρα» (έκδοση 1977): «Στον εξωτερικό τοίχο μπροστά στην πλαϊνή μικρή πόρτα υπήρχε άλλοτε μια ξύλινη θήκη. Ήταν η βρεφοθήκη, το πρώτο εκθετοτροφείο, όπου απέθεταν οι ανύπαντρες μητέρες τα παιδιά τους, για να γλυτώσουν από την περιφρόνηση της κοινωνίας. Εκκλησία και κτημοσύνη δωρήθηκαν από τους κληρονόμους, την οικογένεια Γλυκύ, πριν καμιά σαρανταριά χρόνια, στην κοινότητα για ίδρυση εκθετοτροφείου και ορφανοτροφείου».
Μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής αναφέρουν ότι τα περισσότερα από τα παιδιά του φιλοξενήθηκαν στο εκθετοτροφείο βαπτίσθηκαν με το όνομα Ιάκωβος.
Η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου
Η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου του Πέρσου περιλαμβάνεται στον κατάλογο με τα κτίρια της Νεκρής Ζώνης, τη εντός των τειχών Λευκωσίας, τον οποίο συνέταξε η τεχνική δικοινοτική ομάδα του Ενιαίου Ρυθμιστικού Σχεδίου Λευκωσίας το 2001. Τα κτίρια αυτά βρίσκονταν τότε σε επικίνδυνο βαθμό φθοράς. Κάποια από αυτά αποτυπώθηκαν από την ομάδα, καταγράφηκε η φυσική τους κατάσταση και μελετήθηκαν μέτρα για τη στήριξη και διάσωσή τους. Η ομάδα αποτελείτο από οκτώ Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους αρχιτέκτονες και μηχανικούς.
Σύμφωνα με την αρχιτέκτονα του δήμου Λευκωσίας, κ. Ελένη Πετροπούλου, η οποία συμμετείχε στην τεχνική ομάδα, η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου ήταν μεταξύ των κτιρίων στα οποία οι κατοχικές αρχές δεν επέτρεψαν τότε στα μέλη της ομάδας να πλησιάσουν και των οποίων δεν έγινε αποτύπωση. Εξωτερικά λήφθηκαν κάποιες φωτογραφίες που έδειχναν την άσχημη κατάσταση στην οποία βρισκόταν το κτίριο. Έκτοτε, σύμφωνα με την κ. Πετροπούλου, δεν υπήρξε καμιά εξέλιξη στην προσπάθεια για επιδιόρθωση τόσο των υπολοίπων κτιρίων όσο και της εκκλησίας του Αγίου Ιακώβου.

Όπως σημειώνεται στο βιβλίο «Λευκωσία: Η Άγνωστη Κληρονομιά κατά μήκος της Νεκρής Ζώνης/Ευρωπαϊκές Μέρες Κληρονομιάς» (έκδοση 2008), στο οποίο παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της δουλειάς της τεχνικής δικοινοτικής ομάδας του Ενιαίου Ρυθμιστικού Σχεδίου Λευκωσίας: Η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία στην περιοχή της Νεκρής Ζώνης και η ανέγερσή της υπολογίζεται μεταξύ 15ου και 16ου αιώνα. Έχει αρκετές μεταγενέστερες επεμβάσεις, όπως είναι το καμπαναριό, το οποίο είναι κτισμένο με πελεκητή πέτρα. Ο ναός είναι βυζαντινού τύπου, σταυροειδής με ημικυλινδρικούς θόλους που καλύπτουν το εσωτερικό του και με έναν τρούλο στη διαστάυρωσή τους. Ο τρούλος στηρίζεται σε τύμπανο με οκτώ παράθυρα, που φωτίζουν το εσωτερικό του ναού. Η αψίδα του ιερού είναι ημικυκλική.
Ο περιηγητής Louis Salvator από την Αυστρία, που επισκέφθηκε τη Λευκωσία το 1873, περιέγραψε το ναό ως ένα μικρό κτίσμα με τέσσερις θόλους και ότι το ξύλινο σκαλιστό εικονοστάσι του έφερε το ρωσικό αετό.
Η εκκλησία αποτελεί μέρος μεγαλύτερου συγκροτήματος, που αναφέρεται ως Μοναστήρι του Αγίου Ιακώβου.
Γυναικείος μοναχισμός
Την περίοδο 2009-2011, που εκδίδετο το περιοχικό Πρωτεύουσα του Δήμου Λευκωσίας, ο Στέλιος Παπαντωνίου, επίτροπος τότε στο ναό Αγίου Κασσιανού και κάτοικος της περιοχής, είπε “ότι κατά τις δεκαετίες του ’10 και του ’50 το εκκλησάκι ήταν πολύ φτωχικό και ότι σ΄ αυτό δεν τελούνταν λειτουργίες, εκτός από τη γιορτή του Αγίου Ιακώβου στις 27 Νοεμβρίου. Όπως μας εξήγησε ο κόσμος πήγαινε να προσκυνήσει και ειδικά ζητούσαν βοήθεια από τον Άγιο όσοι είχαν πρόβλημα με τα αυτιά τους. Θυμάται ότι οι μεγαλύτεροι ανέφεραν πως κοντά στην εκκλησία αυτή λειτουργούσε ορφανοτροφείο αλλά η δική του γενιά, η γενιά του ’40, δεν το πρόλαβε σε λειτουργία. Στις αναμνήσεις του κ. Παπαντωνίου είναι επίσης η μεγάλη αυλή γύρω από την εκκλησία καθώς και το «ατμοκαθαριστήριο του Ψιντρίδη» μέσα σ’ αυτήν. Χαρακτηριστικά μας είπε ότι θυμάται και κάποιον μοναχό που ζούσε σε ένα σπίτι κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ιακώβου, ο οποίος τη δεκαετία του ‘40 ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία.
Προφανώς ο κ. Παπαντωνίου εννοεί τον ιερομόναχο Δοσίθεο, τον τελευταίο ιερέα που υπηρέτησε στο ναό.” Σύμφωνα με άρθρο του ερευνητή Κωστή Κοκκινόφτα, που δημοσιεύθηκε το Φεβρουάριο του 1997 στο περιοδικό «Πολιτιστική Κύπρος», ο ιερομόναχος Δοσίθεος πέθανε σε βαθύ γήρας, γύρω στο 1950. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο: «Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 – λίγα χρόνια μετά τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής και της ανάληψης της διοίκησης του νησιού από τους Άγγλους αποικιοκράτες – αρκετές από τις μοναχές, οι οποίες ζούσαν στη Λευκωσία, άρχισαν να συχνάζουν στο εκκλησάκι του Αγίου Ιακώβου του Πέρση, όπου υπηρετούσε ο ιερομόναχος Δοσίθεος». Σύμφωνα με τον Κωστή Κοκκινόφτα, το εκκλησάκι του Αγίου Ιακώβου συνδέθηκε άρρηκτα με την αναβίωση του γυναικείου μοναχισμού στην Κύπρο που παρατηρήθηκε στα νεώτερα χρόνια. «Το γεγονός», σημειώνει ο ερευνητής στο ίδιο άρθρο, «δεν πέρασε απαρατήρητο, ούτε από τους χρονογράφους και ιστορικούς της εποχής, όπως τον Ιερώνυμο Περιστιάνη, ο οποίος σημείωσε στην Ιστορία του για την Κύπρο (πρώτη έκδοση το 1910) και τα ακόλουθα: ‘Η μικρά αύτη εκκλησία είναι μοναστική, εις αυτήν δε εκκλησιάζονται και τίνες γυναίκες εκ Καϊμακλίου, αίτινες φέρουσι το ένδυμα των Ορθοδόξων καλογραιών…’.»

Ο Κωστής Κοκκινόφτας σημειώνει ότι ορισμένες από τις μοναχές που σύχναζαν στον Άγιο Ιάκωβο, στις αρχές του 20ου αιώνα, δημιούργησαν στο Καϊμακλί το πρώτο γυναικείο μοναστήρι (Μονή Μεταμορφώσεως) στην Κύπρο στα νεώτερα χρόνια. Αρχικά διέμεναν σε οίκημα στο κέντρο του προαστίου, ενώ το 1928 μετακινήθηκαν στο χώρο όπου σήμερα (χωρίς μοναχές ή μοναχούς) βρίσκεται το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως (οδός Καλογραιών).
Γιατρός των αυτιών
Η Αγνή Μ. Μιχαηλίδη αναφέρει στο βιβλίο της, επιβεβαιώνοντας τις παιδικές μνήμες του κ. Στέλιου Παπαντωνίου: «Η εκκλησία του Αγίου Ιακώβου του Πέρσου, του Αγίου που θεράπευε τα’ αυτιά, γι’ αυτό λεγόταν Άκουφος, ήταν μικρή, με βυζαντινή λιτότητα. Την εκκλησία ανακαίνισε ο Χατζεγεωργάκης, που την είχε σαν οικογενειακή του και μετά την ανακαίνιση ήταν ιδιοκτησία του. Την προίκισε με πολλά κτήματα».
«Περί του Αγ. Ιακώβου», γράφει ο Ι. Περιστιάνης, «σώζεται παράδωσις ότι υπήρξε Μοναστήριον των Φράγκων (Λουζινιανών). Η παράδοσις αυτή συμφωνεί προς την εν τη του Μας Λατρή ‘Ιστορ. της Κύπρου’, Τομ. 3ω, σελ. 271, περιεχόμενην μαρτυρίαν ότι εν Λευκοσία υπήρχε παρεκκλήσιον του Αγίου Ιακώβου του Τελωνείου (St. Jacques de Cenmersarie) ήτις ανήκεν εις τον Άρχοντα Σίμωνα δε Μοντολήφ (1310 μ.Χ. – όρα J. Hackett, p. 506). Επί Τουρκοκρατίας ηγόρασεν αυτό από τους Τούρκους ο Δραγομάνος, πάππος του Τζελεπή Γεώργου, νυν δ’ ανήκει τω Αρχιεπισκοπικό Θρόνω».
O ιερομόναχος του Τράχωνα Καλλίστρατος
Μια ξεχωριστή φυσιογνωμία στην παράδοση της Εκκλησίας της Κύπρου είναι ο ιερομόναχος του Τράχωνα Καλλίστρατος (1862-1934), ο οποίος στη συνείδηση των παλιών κατοίκων του Τράχωνα τιμόταν ως άγιος. Σύμφωνα με σχετικό άρθρο, το 2002, του ερευνητή Κωστή Κοκκινόφτα στο περιοδικό Εκκλησιαστικός Κήρυκας, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος είχε σκοπό να ζητήσει την αγιοποίηση του πατήρ Καλλίστρατου, όμως δεν πρόλαβε αφού απεβίωσε 36 μέρες μετά την άνοδό του στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο, το 1947.

Σύμφωνα με τον κ. Κοκκινόφτα, ο Λουκάς, όπως ήταν το λαϊκό όνομα του πατρός Kαλλίστρατου, γεννήθηκε το 1862 στην ενορία του Aγίου Λουκά στη Λευκωσία και το 1880 κατέφυγε στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ιακώβου του Πέρση για να μονάσει κοντά στον Αγιορίτη μοναχό Καλλίστρατο, ο οποίος υπηρετούσε στο ναό από το 1858 (περίπου). Το 1882, ο Λουκάς περιεβλήθη το μοναχικό ένδυμα και μετονομάστηκε σε Kαλλίστρατο προς τιμή του γέροντά του.
Σύμφωνα με τον κ. Κοκκινόφτα, ο νεαρός μοναχός (Καλλίστρατος) διέμενε στα κελιά του Aγίου Iακώβου μέχρι το 1896, όταν εγκαταστάθηκε στον Άγιο Ιάκωβο ο πάτερ Δοσίθεος.
Τό 1905, ο Kαλλίστρατος, αφού αποδέχθηκε πρόσκληση των κατοίκων του Τράχωνα, χειροτονήθηκε, από τον Kιτίου Kύριλλο, ιερομόναχος και ανέλαβε καθήκοντα εφημέριου της κοινότητας.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ο Πέρσης, ο Μεγαλομάρτυρας
Έζησε και μαρτύρησε στην περσική πόλη Βηθλαβά. Ο Ιάκωβος ήταν πολύ φίλος με το βασιλιά των Περσών Ισδιγέργη. Η φιλία αυτή, όμως, τον πίεσε και αρνήθηκε τη χριστιανική πίστη. Το γεγονός αυτό λύπησε πολύ τη μητέρα και τη σύζυγο του, οι οποίες του δήλωσαν ότι μετά απ’ αυτό δεν ήθελαν ούτε καν να τον γνωρίζουν. H στάση αυτή των αγαπημένων του προσώπων βοήθησε τον Ιάκωβο να μετανοήσει και να επανέλθει στον Χριστιανισμό. Κατόπιν με θάρρος πήγε στο βασιλιά και του δήλωσε ότι ομολογεί και πάλι το Χριστό. Έκπληκτος ο βασιλιάς, αφού δεν μπόρεσε να τον μεταπείσει, έκοψε σε τεμάχια τα πόδια και τα χέρια του Ιάκωβου και στο τέλος τον αποκεφάλισε (το 421 μ.Χ.).
Discover more from Περιοδικό Agora
Subscribe to get the latest posts sent to your email.