Σύμφωνα με το βιβλίο Γκίνες του 2007, ο ρίκινος είναι το πιο τοξικό φυτό στο κόσμο και το βρίσκουμε εύκολα στην κυπριακή φύση
Στην Κύπρο το πιο τοξικό φυτό στο κόσμο, ακόμα και στους δρόμους στο Καίμακλί! Ο ρίκινος (επιστημονική ονομασία: Ricinus communis, Ρίκινος ο κοινός), επίσης, κουρτουνιά (στην Κύπρο) ρετσινολαδιά, κίκι, χαμοκουκιά, κολοκκίκι και κρότωνας, είναι πολυετές φυτό της οικογένειας των Ευφορβιοειδών.
Είναι το μοναδικό είδος στο γένος ρίκινος. Είναι γνωστό γιατί από αυτό το φυτό εξάγεται το καστορέλαιο, γνωστό επίσης ως ρετσινόλαδο. Η ρετσινολαδιά είναι αυτοφυής στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου και της Ελλάδας, στην ανατολική Αφρική και στην Ινδία, αν και δεν είναι γνωστό από πού προέρχεται. Το φυτό έχει εγκλιματιστεί και σε άλλες περιοχές της Γης με τροπικό κλίμα, όπου χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό.
Στην Κύπρο το πιο τοξικό φυτό στο κόσμο

Τοξικότητα – Στην Κύπρο το πιο τοξικό φυτό στο κόσμο
Το φυτό είναι ολόκληρο τοξικό, και ιδίως οι καρποί του και το περίβλημά τους. Είναι γνωστό ότι ένας σπόρος περιέχει δόση τοξικών ουσιών ικανή να σκοτώσει ένα παιδί. Τα φύλλα του φυτού είναι λιγότερο τοξικά. Η τοξική ουσία του φυτού έχει αναγνωριστεί ως η ρικίνη. Σύμφωνα με το βιβλίο Γκίνες του 2007, είναι το πιο τοξικό φυτό στο κόσμο. Από τους καρπούς εξάγεται και το καστορέλαιο, το οποία έχει ένα ευρύ φάσμα χρήσεων, κυρίως στη σαπωνοποιία και την φαρμακευτική.[3] Κύρια παραγωγός χώρα του καστορέλαιου είναι η Ινδία.
Στην Κύπρο το πιο τοξικό φυτό στο κόσμο – Χαρακτηριστικά
Ο ρίκινος είναι αειθαλής ποώδης ή ημιξυλώδης θάμνος, με ύψος μέχρι 12 μέτρα και πλάτος 5 μέτρα. Αναπτύσσεται γρήγορα, μέχρι και 4 μέτρα σε ένα χρόνο αν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές. Τα φύλλα του είναι μεγάλα, με διάμετρο μέχρι 75 εκατοστά, λοβωτά, με οδοντωτές άκρες και μακριούς μίσχους.
Το χρώμα τους είναι γυαλιστερό ιώδες ή κόκκινο-πράσινο. Τα άνθη είναι μικρά και κιτρινοπράσινα διατεταγμένα σε σπάδικες. Τα αρσενικά άνθη βρίσκονται στο κάτω μέρος του σπάδικα και τα θηλυκά στο πάνω. Ο καρπός είναι ακανθώδης κόκκινη κάψουλα με σπέρματα τα οποία μοιάζουν πολύ με τσιμπούρια.
Καστορέλαιο
Το καστορέλαιο, ρητινέλαιο, κικινέλαιο ή ρετσινόλαδο είναι είδος φυτικού ελαίου που παράγεται από το τροπικό φυτό Ρίκινος ο Κοινός (Ricinus communis) της οικογένειας των Ευφορβιδών (Euphorbiacae).
Η απόχρωσή του είναι υποκίτρινη και είναι σχεδόν άοσμο. Το καστορέλαιο και τα παράγωγά του έχουν εφαρμογές στην κατασκευή σαπουνιών, λιπαντικών, υδραυλικών και υγρών φρένων, χρωστικών ουσιών, βαφών, βερνικιών, μελανιών, ανθεκτικών στο ψύχος πλαστικών, στιλβωτικών και στιλπνοτικών, νάιλον, φαρμακευτικών ειδών και αρωμάτων. Είναι ένα από τα σημαντικότερα βιομηχανικά έλαια και υπήρξε από τα πρώτα εξαγώγιμα διεθνή εμπορικά προϊόντα.
Ιστορία της χρήσης του
Η χρήση καστορέλαιου από τους Αιγυπτίους αναφέρεται στην ιστορία του Ηροδότου, ο οποίος σχολιάζει τη χρήση ελαίου από τους καρπούς του Ricinus communis (ο ίδιος το αποκαλεί Κίκι) για φωτισμό και επάλειψη του σώματος. Σπόροι του Ricinus communis έχουν ανακαλυφθεί σε αιγυπτιακούς τάφους, χρονολογούμενους από το 4000 π.Χ.

Στην Ινδία χρησιμοποιείται ήδη από τη δεύτερη χιλιετηρίδα π.Χ. σε λυχνίες και ως υπακτικό. Επίσης έχει μακρά παράδοση χρήσης στην Κίνα, όπου οι ιατροί το χορηγούσαν σε νόσους των εσωτερικών οργάνων και ακόμη μεταχειρίζετο στη μαγειρική.
Περί τον τέταρτο αιώνα π.Χ. φέρεται να εισάγεται και στον ελλαδικό χώρο. Ο Στράβων το αναφέρει ως προϊόν αιγυπτιακό για το άναμμα των λυχνιών και την παρασκευή αλοιφών.
Οι Θεόφραστος και Διοσκουρίδης περιγράφουν το φυτό Κίκι, ενώ ο Διοσκουρίδης παρέχει και τη μέθοδο εξαγωγής ελαίου από τους σπόρους του, επισημαίνοντας ότι το προϊόν δεν εφαρμόζεται στη μαγειρική αλλά χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην ιατρική. Ο Πλίνιος, τον πρώτο μ.Χ. αιώνα, αναφέρει το κικινέλαιο ως δραστικό καθαρτικό.
Κατά το Μεσαίωνα αντιμετώπιζαν με την επάλειψη καστορέλαιου διάφορες δερματικές νόσους. Το 18ο αιώνα είχε σταματήσει η καλλιέργεια του φυτού στον ευρωπαϊκό χώρο και η εισαγωγή καρπών του γινόταν από τη Τζαμάικα. Σε αυτή την περίοδο ανάγεται και η φερωνυμία καστορέλαιο λόγω της σύγχυσης των Βρετανών εμπόρων μεταξύ των ελαίων του Ρίκινου και του φυτού Agnus Castus (λυγαριά).
Στον 20ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε από τις βιομηχανίες κατασκευής λιπαντικών αυτοκινήτων. Η βρετανική εταιρεία Wakefield το 1926 δημιούργησε υγρά φρένων, που ήταν μίγματα αλκοολών και ειδικά επεξεργασμένου καστορέλαιου, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν μέχρι και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εταιρεία αργότερα μετονομάστηκε Castrol.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εκχωρήσει στο καστορέλαιο τον αριθμό Ε-1503 και έχει καθορίσει ως ανώτατο όριο καθημερινής λήψης τα 0.7 mg/kg σωματικού βάρους.
Ιατρική και Φαρμακευτική χρήση
Διαφημιστική καταχώρηση του 19ου αιώνα για φαρμακευτικό καστορέλαιο από τη φαρμακευτική εταιρεία των Scott & Bowne.
Το καστορέλαιο είναι δραστικό υπακτικό με συστατικά, που επιδρούν στο παχύ και το λεπτό έντερο. Έχει χρησιμοποιηθεί με σκοπό τον καθαρισμό των εντοσθίων μετά από τροφική δηλητηρίαση και για να εκτονώσει τη δυσκοιλιότητα. Ορισμένες φορές χορηγείται σε νοσοκομεία για την προπαρασκευή της κοιλιακής χώρας των ασθενών πριν από την υποβολή σε ακτίνες Χ του παχέος εντέρου και των νεφρών. Χρησιμοποιείται, επίσης, τοπικά για τη θεραπεία των τύλων (κάλων) και την απομάκρυνση των ακροχορδών. Λόγω της μεγάλης περιεκτικότητάς του σε βιταμίνη Ε θεωρείται δραστικό στοιχείο για την καταπολέμηση της γήρανσης του δέρματος.
Επιπλέον εφαρμόζεται στη θεραπεία των λειχήνων, των αποστημάτων, των μωλωπισμών, της ξηροδερμίας, της δερματίτιδας, των ηλιακών εγκαυμάτων, των ανοιχτών ελκών και άλλων δερματικών νόσων. Άλλες χρήσεις του περιλαμβάνουν την παρασκευή τονωτικών της τριχοφυΐας, καλλυντικών και αντισυλληπτικών αλοιφών και γελών. Ορισμένοι φυσιοθεραπευτές υποστηρίζουν ότι τα επιθέματα καστορέλαιου ίσως βοηθούν στη συρρίκνωση μικρών ινωμάτων. Τα επιθέματα καστορέλαιου έχουν χρησιμοποιηθεί για την ίαση διαφόρων ασθενειών και δυσλειτουργιών, συμπεριλαμβανομένων μασταλγιών, πεπτικών προβλημάτων, εμπυημάτων, αιμορροΐδων, τραυμάτων και χολολιθιάσεων.

Άλλες εφαρμογές
Το καστορέλαιο και τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται σε πολλά βιομηχανικά προϊόντα μεταξύ των οποίων βαφές, βερνίκια, στιλβωτικά, μονωτικά, συσκευασίες τροφίμων, σαπούνια, μελάνες, πλαστικά, υγρά φρένων, εντομοκτόνα κ.α. Αποτελεί πρώτη ύλη για την παραγωγή νάιλον και άλλων συνθετικών ρητινών και νημάτων καθώς και βασικό συστατικό λαδιών μηχανών αγωνιστικών οχημάτων όταν απαιτείται υψηλή μηχανική απόδοση και λιπαντικών μηχανών αεροπλάνων και πλοίων. Παρά το ότι είναι σχετικά δύσοσμο και με δυσάρεστη γεύση τυγχάνει η βάση πολλών συνθετικών αρωματικών.
Το Καστορέλαιο ως μέσο βασανηστηρίων
Στη φασιστική Ιταλία το καθεστώς του Μπενίτο Μουσσολίνι χρησιμοποίησε την υποχρεωτική κατάποση ρετσινόλαδου ως μέσου πολιτικής τρομοκρατίας. Οι αντιφρονούντες υποχρεώνονταν να καταναλώσουν μεγάλες ποσότητες ρετσινόλαδου από τους παρακρατικούς μελανοχίτωνες, πρακτική, που φέρεται να εμπνεύστηκε ο ποιητής Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο. Τα θύματα αυτού του βασανιστηρίου παρουσίαζαν έντονη διάρροια και αφυδάτωση, που συχνά οδηγούσαν στο θάνατο.
Ορισμένες φορές, όταν οι μελανοχίτωνες επιθυμούσαν να βεβαιωθούν ότι το θύμα τους θα πέθαινε, αναμίγνυαν το ρετσινόλαδο με βενζίνη. Χαρακτηριστικά λεγόταν ότι η ισχύς του Μουσσολίνι στηριζόταν “στο ρόπαλο και το ρετσινόλαδο”. Το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου εφαρμόστηκε στην Ελλάδα από τη δικτατορία Μεταξά, το Καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Ο ιστορικός Σπύρος Λιναρδάτος στο βιβλίο του “Η 4η Αυγούστου” αναφέρεται στη μέθοδο βασανισμού:

Στο τραπέζι του ανακριτή – βασανιστή υπήρχαν τρία ποτήρια, το ένα με 30 δράμια, το άλλο με 75 και το τρίτο με 100 δράμια ρετσινόλαδο. Αν ο ανακρινόμενος δεν ομολογούσε ή δεν υπέγραφε του έδιναν να πιει το πρώτο ποτήρι. Στην περίπτωση που αρνιόταν και έφερνε αντίσταση άρχιζαν το άγριο ξυλοκόπημα, το φάλαγγα ή χρησιμοποιούσαν άλλες μεθόδους βασανισμού.
Ύστερα από μισή ώρα, εφόσον ο αρχιβασανιστής ανακριτής το θεωρούσε σκόπιμο, ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο ανάκρισης και ο κρατούμενος έπινε το δεύτερο ποτήρι των 75 δραμίων. Αν η αντίσταση του κρατουμένου ήταν μεγάλη, ύστερα από ένα τετράωρο γινόταν και η τρίτη «ανάκρισις» και τον υποχρέωναν να πιει ένα ποτήρι των 100 δραμίων.
Σε αυτό το διάστημα και αρκετές ώρες ύστερα από την επενέργεια του καθαρτικού, ο κρατούμενος ήταν κλεισμένος στο κελί του και δεν του επέτρεπαν να πάει στο αποχωρητήριο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος και το κελί, στο οποίο τον άφηναν κλεισμένο τέσσερις, πέντε και περισσότερες μέρες, αληθινός υπόνομος.
Στην Κύπρο το πιο τοξικό φυτό στο κόσμο
Discover more from Περιοδικό Agora
Subscribe to get the latest posts sent to your email.