
Το Landman είναι από εκείνες τις σειρές που δεν προσπαθούν να σε κερδίσουν ευγενικά. Σε αρπάζει από τον γιακά, σε πετάει μέσα στα πετρελαϊκά πεδία του Δυτικού Τέξας και σου λέει: «Αυτός είναι ο κόσμος. Αντέχεις;». Και, ναι, αντέχεις. Όχι μόνο αντέχεις, αλλά κολλάς.
Ο Taylor Sheridan επιστρέφει σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: να αφηγείται την Αμερική της εξουσίας, του χρήματος, της βίας και της επιβίωσης, όχι μέσα από γυαλισμένα σαλόνια, αλλά μέσα από ανθρώπους που παζαρεύουν τη ζωή τους καθημερινά. Μετά τα Yellowstone, 1883, 1923, Mayor of Kingstown, Tulsa King και Lioness, ο Sheridan έχει πια διαμορφώσει σχεδόν δικό του τηλεοπτικό είδος: νεο-γουέστερν με πολιτική, οικογένεια, βιομηχανία, αίμα και χαρακτήρες που μοιάζουν να κουβαλούν πάνω τους τη σκόνη μιας ολόκληρης χώρας.
Στο κέντρο του Landman βρίσκεται ο Billy Bob Thornton, σε μια από τις πιο απολαυστικές ερμηνείες της πρόσφατης τηλεόρασης. Ο Θόρντον δεν παίζει απλώς τον Tommy Norris. Τον φοράει. Με το κουρασμένο βλέμμα, την τραχιά φωνή, το ειρωνικό μισό χαμόγελο και την αίσθηση ενός ανθρώπου που έχει δει τα πάντα αλλά εξακολουθεί να ξυπνά κάθε πρωί για να τα αντιμετωπίσει ξανά, δίνει στη σειρά την ψυχή της. Είναι κυνικός χωρίς να γίνεται καρικατούρα, ευφυής χωρίς να επιδεικνύεται, σκληρός χωρίς να χάνει την ανθρώπινη ρωγμή του.
Δίπλα του, ο Andy Garcia είναι μαγνητικός. Δεν χρειάζεται πολλά για να επιβληθεί. Ένα βλέμμα, μια παύση, μια ήρεμη φράση είναι αρκετά για να θυμίσει γιατί παραμένει ένας ηθοποιός με σπάνια κινηματογραφική βαρύτητα. Στο Landman, η παρουσία του φέρνει αμέσως άλλη θερμοκρασία στη σκηνή: απειλή χωρίς φωνές, εξουσία χωρίς φτηνό εντυπωσιασμό, γοητεία με σκοτεινή σκιά. Εκεί όπου άλλοι θα έπαιζαν υπερβολικά, ο Γκαρσία επιλέγει το μέτρο – και ακριβώς γι’ αυτό κυριαρχεί.
Το μεγάλο ατού της σειράς είναι ότι δεν αντιμετωπίζει το πετρέλαιο απλώς ως φόντο. Το πετρέλαιο είναι χαρακτήρας. Είναι υπόσχεση πλούτου, πολιτική δύναμη, οικογενειακή κατάρα, περιβαλλοντικό ερώτημα και κοινωνικός μηχανισμός. Το Landman μιλά για ανθρώπους που ζουν από ένα σύστημα που τους συνθλίβει, αλλά ταυτόχρονα τους δίνει νόημα, ταυτότητα και εξουσία. Η σειρά μπορεί να είναι σκληρή, θορυβώδης και κατά στιγμές υπερβολική, όμως αυτό ακριβώς είναι και το σύμπαν της: ένας κόσμος όπου όλα είναι μεγαλύτερα, πιο επικίνδυνα και πιο ακριβά από όσο φαίνονται.
Demi Moore: Απλή συνωνυμία!
Και μετά υπάρχει η Demi Moore. Η παρουσία της έχει ενδιαφέρον, όμως εδώ προκύπτει ένα παράδοξο: αντί ο θεατής να αφεθεί στη σκηνή, συχνά παρασύρεται να παρατηρεί το πλαστικοποιημένο πρόσωπό της. Οι αισθητικές παρεμβάσεις, τόσο εμφανείς στην κάμερα, δεν λειτουργούν υπέρ της ερμηνείας. Αντί να εξαφανίζεται μέσα στον ρόλο, η Moore μοιάζει κάποιες στιγμές να παλεύει με την ίδια την εικόνα της. Το αποτέλεσμα: ο θεατής δεν αναζητά την Cami Miller, αλλά την αληθινή Demi Moore πίσω από το φίλτρο, τη λείανση και την ακαμψία. Σε μια σειρά τόσο γεμάτη σκόνη, ιδρώτα και φθορά, αυτή η υπερβολικά «διορθωμένη» εικόνα μοιάζει εκτός κλίματος. Ίσως όμως ο σκηνοθέτης να θέλει, μέσα από τη συγκεκριμένη κατάσταση, να αναδείξει τον άνθρωπο που επειδή έχει εκατομμύρια πιστεύει ότι θα νικήσει τον χρόνο και θα κερδίσει την αθανασία. Ίσως πάλι, απλώς να θέλει να πουλήσει ένα όνομα στο καστ του. Ποιος ξέρει; Στο κάτω-κάτω είδαμε και καουμπόισσες με επεμβάσεις και μπότοξ.
Οι 7 βασικοί πρωταγωνιστές
- Billy Bob Thornton (1955): Sling Blade, Fargo, Bad Santa
- Demi Moore (1962): Ghost, A Few Good Men, The Substance
- Andy Garcia (1956): The Godfather Part III, Ocean’s Eleven, The Untouchables
- Ali Larter (1976): Heroes, Final Destination, Legally Blonde
- Jacob Lofland (1996): Mud, Maze Runner: The Scorch Trials, The Son
- Michelle Randolph (1997): 1923, A Snow White Christmas, The Resort
- Kayla Wallace (1988): When Calls the Heart, The Good Doctor, Heatwave
Το καστ της σειράς περιλαμβάνει επίσης τους Jon Hamm, Paulina Chávez, Sam Elliott και άλλους, με τη σειρά να έχει ήδη ανανεωθεί για τρίτη σεζόν από το Paramount+.
Ο Thornton μοιάζει να έχει ζήσει μέσα στο Τέξας του Sheridan. Ο Garcia κουβαλά την απειλή σαν παλιός μαφιόζος που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Η Ali Larter δίνει ενέργεια, νεύρο και συχνά την απαραίτητη δόση τρέλας, ενώ οι νεότεροι χαρακτήρες χτίζουν τη γέφυρα ανάμεσα στην οικογενειακή σαπουνόπερα και το βιομηχανικό δράμα.
Ο Taylor Sheridan και η τηλεοπτική του αυτοκρατορία
Ο Taylor Sheridan δεν είναι απλώς παραγωγός. Είναι πλέον ένα brand από μόνος του. Από το Sicario και το Hell or High Water μέχρι το Yellowstone και τα παρακλάδια του, έχει χτίσει μια μυθολογία γύρω από την αμερικανική περιφέρεια, τη γη, την εξουσία και τη βία. Το Landman πατά ακριβώς πάνω σε αυτή τη συνταγή, αλλά την μεταφέρει από τα ράντσα και τις φυλακές στα πετρελαϊκά συμφέροντα του Τέξας.
Το εντυπωσιακό με τον Sheridan είναι ότι καταφέρνει να κάνει εμπορική τηλεόραση με παλιομοδίτικη αφηγηματική αυτοπεποίθηση. Δεν φοβάται τους μεγάλους διαλόγους, τους αντιπαθητικούς χαρακτήρες, τις ηθικές γκρίζες ζώνες και την υπερβολή. Μπορεί κανείς να του προσάψει επαναλήψεις, ανδροκρατούμενα μοτίβα ή δραματουργική επίδειξη δύναμης. Όμως δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει ότι ξέρει να στήνει κόσμους στους οποίους ο θεατής θέλει να επιστρέψει.
Τελική ετυμηγορία
Το Landman είναι τηλεόραση μεγάλης έντασης: βρόμικη, στιβαρή, καλογραμμένη, θεαματική και απολαυστικά εθιστική. Ο Billy Bob Thornton δίνει ερμηνεία-άγκυρα, ο Andy Garcia προσθέτει αριστοκρατική απειλή και ο Taylor Sheridan αποδεικνύει ξανά ότι γνωρίζει πώς να μετατρέπει έναν συγκεκριμένο επαγγελματικό κόσμο σε τηλεοπτικό έπος.
Παρά τις αδυναμίες του και παρά την αποσπαστική εικόνα της Demi Moore, το Landman είναι σειρά που αξίζει να δεις. Όχι επειδή είναι διακριτική. Αλλά επειδή είναι ακριβώς το αντίθετο: θρασεία, δυνατή, βουτηγμένη στο πετρέλαιο και φτιαγμένη για να σε κρατήσει μέχρι το τέλος.
Discover more from Περιοδικό Agora
Subscribe to get the latest posts sent to your email.