Το όρος Σταυροβούνι είναι βραχώδης λόφος που βρίσκεται στην επαρχία Λάρνακος της Κύπρου μεταξύ των χωριών Κόρνος, Πυργά και Κλαυδιά. Το εν λόγω βουνό είναι γνωστό από την Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού ή αλλιώς Ιερά Μονή Σταυροβουνίου που είναι κτισμένη στην κορυφή του στην οποία υπάρχει τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού και από το οποίο έχει πάρει το όνομά του, δηλαδή Όρος του Σταυρού.
Στο όρος αυτό, σύμφωνα με την παράδοση, η Αγία Ελένη έκτισε Μονή μετά από θαυματουργική μεταφορά του Τιμίου Σταυρού στο συγκεκριμένο σημείο, γύρω στο 327 – 328μ.Χ. όταν επέστρεφε από το προσκύνημά της στους Αγίους Τόπους. Σήμερα η λέξη Σταυροβούνι, χρησιμοποιείται πολλές φορές και για αναφορά στην Μονή που είναι κτισμένη στην κορυφή του λόφου.
Πιο αναλυτικά
Η ίδρυση της Μονής ανάγεται γύρω στο 327-328, όταν η Αγία Ελένη επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους, μετά το πέρας των εργασιών της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (η οποία έγινε το 325 μ.Χ. στη Νίκαια). Στους Αγίους Τόπους βρέθηκε η Αγία Ελένη κατόπιν προτροπής του γιου της, Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, με σκοπό να βρει τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου. Και όντως, βρήκε τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού, μαζί με τους Σταυρούς των δύο ληστών, τους ήλους (καρφιά) και τον Τίμιο Κάνναβο (το σχοινί που έδεσαν τον Χριστό). Εκεί έγινε και η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο, την οποία η Εκκλησία μας εορτάζει την 14η του μηνός Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την επιστροφή της, η Αγία σταμάτησε στην Κύπρο (αφού το νησί βρισκόταν στο δρόμο της) και έκτισε Ναό στο σημείο όπου με θαυματουργικό τρόπο μεταφέρθηκε ο Τίμιος Σταυρός, στο χώρο δηλαδή που σήμερα είναι κτισμένη η Μονή. Αυτό έγινε όταν ένα πρωί που είχε ξυπνήσει η Αγία, δεν βρήκε τον Τίμιο Σταυρό που είχε μαζί της, αλλά είδε λαμπρό φως να λάμπει στην κορυφή ενός μεγάλου λόφου. Εκεί βρήκε τον Τίμιο Σταυρό, και προς τιμή του έκτισε Ναό και άφησε τεμάχιο του και άλλα κειμήλια για ευλογία του νησιού.
Φαίνεται ότι μετά από χρόνια στο εν λόγω σημείο, με την προσέλευση ευλαβών Χριστιανών Μοναχών κτίστηκαν κάποια κελιά πέριξ του αρχικού Ναού, διαμορφώνοντας έτσι ένα Μοναστήρι, το οποίο ονομάστηκε Ιερά Μονή του Τιμίου Σταυρού, προς τιμήν του σεπτού κειμηλίου που βρισκόταν εκεί. Το αρχικό κτιριακό συγκρότημα στο μεγαλύτερό του μέρος διατηρείται μέχρι σήμερα συντηρημένο με διάφορες προσθήκες κτιρίων, κυρίως νέων κελιών και άλλων συναφών χώρων, όπως το Συνοδικό και η Τράπεζα.
Πρώιμη Ιστορία
Παρόλο που δεν έχουμε γραπτές μαρτυρίες για την πρώιμη περίοδο ιδρύσεως του Ναού του Τιμίου Σταυρού, δηλαδή από το 329 μ.Χ. μέχρι και τον 10ο αιώνα, γνωρίζουμε εντούτοις ότι μετατράπηκε από αρκετά νωρίς σε Μονή λόγω των ιερών κειμηλίων του και του δύσβατου και ήσυχου χώρου. Ο Ρώσος αρχιμανδρίτης Δανιήλ ο οποίος επισκέφθηκε την Κύπρο το 1106 μ.Χ. γράφει: «Τελοῦνται ἐδῶ, στὸν τόπο τοῦτο, σημεῖα μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἀπὸ τὸ Σταυρὸ αὐτὸ μέχρι σήμερα. Κρεμᾶται δὲ ὁ Σταυρὸς αὐτὸς στὸν ἀέρα, χωρὶς νὰ στηρίζεται στὴ γῆ μὲ ὁποιαδήποτε μέσο, διότι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν συγκρατεῖ στὸν ἀέρα». Αυτό επιβεβαιώνει και την ονομασία της Μονής ως «Ιερά Μονη του Τιμίου Σταυρού του Θεοκρεμμάστου». Για την Εκκλησία στην κορυφή του βουνού κάνει λόγο μία άλλη πηγή της εποχής, η Άννα Κομνηνή (1083-1153), η οποία σημειώνει ότι ο αποστάτης Ραψομάτης κατέφυγε το 1092 «από την άλλη πλευρά του όρους, στον παλαιό ναό του Τιμίου Σταυρού».
Φραγκοκρατία (1192 – 1489 μ. Χ.)
Από την περίοδο της Φραγκοκρατίας και εξής και ιδιαιτέρως της περιόδου των Λουζινιανών (1192-1489 μ.Χ.) μέχρι και πρόσφατα η Ιερά Μονή πέρασε δύσκολες στιγμές. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας όλο το νησί και οι Ορθόδοξοι κάτοικοί του περνούν δύσκολα χρόνια από τους Λατίνους. Οι Ορθόδοξοι Μοναχοί εκδιώκωνται από τη Μονή και κατοικούν σ’ αυτή καθολικοί μοναχοί, συγκεκριμένα από το τάγμα των Βενεδικτίνων, στους οποίους προστέθηκαν, όταν εκδιώχθηκαν από την έδρα τους, και οι μοναχοί της μονής του Αγίου Παύλου της Αντιόχειας. Το 1211 ο κόμης Wilbrand von Oldenburg (1180-1233) επισκέφθηκε το Σταυροβούνι, και από τα γραπτά του φαίνεται ότι η Μονή βρισκόταν στα χέρια των Ορθοδόξων.
Ο υφιστάμενος μικρός Ναός πρέπει να προσαρτήθηκε ως παρεκκλήσιο σε ένα μεγαλύτερο, αν κρίνουμε από την περιγραφή του Orient d’Ogier, ο οποίος επισκέφθηκε το μοναστήρι το 1396. Η κατοχή της μονής από τους ρωμαιοκαθολικούς μοναχούς φαίνεται να διήρκεσε ως και το 1426, οπότε και εκδιώχθηκαν από Μαμελούκους (Οθωμανούς) επιδρομείς, οι οποίοι φεύγοντας συνέλεξαν τεράστια και πολύτιμη λεία. Ο δομινικανός μοναχός Felix Faber επισκέφθηκε το Σταυροβούνι το 1483 και αναφέρει ότι οι βενεδικτίνοι μοναχοί είχαν ήδη εκδιωχθεί, τα κτίρια είχαν υποστεί καταστροφές από τους μουσουλμάνους, χωρίς όμως να θιγεί ο Σταυρός, και ότι την ευθύνη της μονής είχε πλέον ένας Ορθόδοξος ιερέας. Ο καθολικός κληρικός Denis Possot επισκέφθηκε τη μονή το 1532 και κάνει λόγο για το μικρό «παρεκκλήσιο» του Σταυρού, με διαστάσεις 7 επί 5 πόδια, το οποίο ήταν καλυμμένο με ασήμι. Δύο χρόνια αργότερα προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό ο Greffin Affagart, ο οποίος κάνει λόγο σαφώς για “Ελληνικό μοναστήρι”.
Τουρκοκρατία (1571 – 1878 μ. Χ.)
Μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Οθωμανούς, η Μονή υπέστη διάφορες λεηλασίες και ερήμωσε, όπως βεβαιώνει ο Seigneur de Villamont, ο οποίος επισκέφθηκε την Κύπρο το 1589. Στις επόμενες δεκαετίες όμως, αποκαταστάθηκε μεγάλο μέρος της παλαιάς αίγλης της, γιατί ο Ολλανδός Cornelis van Bruyn (1652-1726), που την επισκέφθηκε τα τέλη του 17ου αιώνα, μέτρησε είκοσι μοναχούς. Κοντά στο μοναστήρι υπήρχε και σπηλιά με θαυματουργό νερό (αγίασμα). Ο Βασίλειος Μπάρσκι που επισκέφθηκε τη μονή το 1727 σημείωσε ότι αυτή περιελάμβανε μόνο λίγα οικήματα. Ο ίδιος άφησε και σχέδια των εγκαταστάσεων. Αναφέρει ότι ο ναός ήταν μεγάλος και χαμηλός, με δύο τρούλους, και σε αυτόν ήταν προσκολημμένα 4-5 κελλιά. Μόνο δύο μοναχοί κατοικούσαν στη μονή, ενώ οι υπόλοιποι διέμεναν και εργάζονταν στα μετόχια της, γιατί το μοναστήρι βρισκόταν σε άνυδρο και ξερό τόπο (η κορυφή του βουνού). Ο Σουηδός Fredric Hasselquist (1722-1752) επισκέφθηκε το Σταυροβούνι το 1751 και κάνει λόγο για μικρό μοναστήρι με 3-4 μόνο μοναχούς. Το ίδιο σημειώνει και ο καθολικός ιερέας Giovanni Mariti (1736-1802), που διευκρινίζει ότι η μονή ήταν εν μέρει κατεστραμμένη, αλλά το μέγεθος των ερειπίων μαρτυρούσε την παλαιά ακμή της.
Ανάλογες είναι και οι διαπιστώσεις του Βρετανού αξιωματικού Henry Light (1814), ο οποίος συνάντησε μόνο 3-4 μοναχούς. Όλοι αυτοί συνεχίζουν να αναφέρονται σε τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού που διατηρούνταν στη μονή, ενώ ο David George Hogarth (1888) διασώζει την τοπική παράδοση ότι η αγία Ελένη είχε κατασκευάσει και ένα πηγάδι, όπου έκλεισε όλους τους τοπικούς δαίμονες. Παρεμφερείς ήταν και οι πληροφορίες που είχε ακούσει ο Faber το 1488. Εκτός από τα γεγονότα του 1821, η μονή βρέθηκε εκ νέου σε κίνδυνο κατά την εξέγερση που σημειώθηκε στην περιοχή της Λάρνακας το 1833 υπό την ηγεσία του Νικολάου Θησέως και η οποία είχε ως επίκεντρο την ίδια τη μονή Σταυροβουνίου. To 1860 είχαν απομείνει λίγοι γηραιοί μοναχοί.
Το 1875 η μονή ήταν έρημη και καταβλήθηκε τριετής προσπάθεια αναβίωσής της. Από το 1878 εγκαταλείφθηκε και πάλι ώς το 1888, οπότε καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά η οποία προκάλεσε σοβαρές υλικές ζημιές στη Μονή. Ο Τίμιος Σταυρός όμως παραμένει στη Μονή παρά τις λεηλασίες, πυρκαγιές κ.λπ. Εντούτοις, Ορθόδοξοι μοναχοί επανδρώνουν τη Μονή και πάλι το 1889 όταν ο Γέρων Διονυσιος (Χρηστίδης) Ιεροδιάκονος [1] ήρθε στην Κύπρο από το Άγιο Όρος.
Σύγχρονη ιστορία
Η σημερινή επάνδρωση και λειτουργία της Μονής είναι συνέχεια της επανασύστασης της Μοναχικής αδελφότητας στα τέλη του 19ου αιώνα από Κυπρίους μοναχούς (με πρωτεργάτη τον προαναφερθέντα Όσιο Γέροντα Διονύσιο Α’) που είχαν έλθει στο νησί από το Άγιο Όρος, αφού προηγουμένως η Μονή είχε περάσει περιόδους λειψανδρίας και ερήμωσης. Ο Γέροντας Διονύσιος Α’ είχε έλθει από τον Άθωνα όπου ησύχαζε εις την ιεράν σκήτην των Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους και συγκεκριμένως εις την καλύβην «Άγιος Χαράλαμπος», και αφού είχε χρηματίσει προηγουμένως διάκονος εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον (εφόσον ως Ιεροδιάκονος έφερε τον πρώτο βαθμό της Ιεροσύνης).
Κατά το 1890 άλλοι τρεις Κύπριοι Αγιορείτες μοναχοι ήλθαν εις την μονήν αυτήν, ο κατόπιν ηγούμενος Βαρνάβας [2] μετά των δύο αδελφών του, Καλλινίκου και Γρηγορίου. Προτού έλθουν στην Ιερά Μονή Σταυροβουνίου, κοντά στον γέροντα Διονύσιον, φοίτησαν στον Άθωνα, όπου και διδάχθηκαν την πατερικήν παράδοσιν. Ο μεν Βαρνάβας στην Ιερά Κοινοβιακή Μονή Καρακάλλου, ενώ οι αδελφοί του Καλλίνικος και Γρηγόριος στην Ιερά Σκήτη Αγίας Άννης, και ακριβέστερα στην καλύβην «Άγιος Γεώργιος». Κατόπιν, στους πρώτους αυτούς Πατέρες προσεθέτησαν και άλλοι Μοναχοί [3] και έτσι με την πάροδο του χρόνου σχηματίστηκε μια νέα αδελφότητα στο Κοινόβιο. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι γύρω στο 1940 ο αριθμός των Μοναχών ανερχόταν στους εξήντα.
Απόδειξη της μεγάλης άνθησης της Μονής κατά τον 20ο αιώνα είναι οι διάφορες επανδρώσεις και άλλων μοναστικών χώρων στην Κύπρο. Ενδεικτικά αναφέρεται η επάνδρωση και η μετατροπή σε Κοινόβιο της Ιεράς Μονής Τροοδιτίσσης το 1939 από Συνοδεία Σταυροβουνιωτων μοναχών με επικεφαλής τον μοναχό Δαμασκηνό [4], καθώς επίσης και οι προσπάθειες επάνδρωσης της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Μέσα Ποταμού από τους Σταυροβουνιώτες Πατέρες Μακάριο, Ιλαρίωνα και Γεράσιμο [5]. Αξίζει να αναφερθεί ότι το 1976 οι πατέρες της ιστορικής Μονής Αποστόλου Βαρνάβα [6][7], Χαρίτων, Στέφανος και Βαρνάβας μετά τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες της τουρκικής εισβολής και διωγμένοι από τον Αττίλα βρίσκουν καταφύγιο τους τη Μονή Σταυροβουνίου [8][9].
Τελευταίοι Ηγούμενοι
Ο Γέροντας Διονύσιος Α’, χρημάτισε Ηγούμενος ως το 1902 και τον διαδέχτηκε στην Ηγουμενία ο Γέροντας Βαρνάβας. Οι τελευταίοι Ηγούμενοι ήταν ως ακολούθως:
Γέρων Διονύσιος Α’ 1889-1902 [1]
Γέρων Βαρνάβας 1902-1948 [10]
Γέρων Διονύσιος Β’ 1948-1952 [11]
Αρχιμανδρίτης Γερμανός 1952-1982 [12]
Αρχιμανδρίτης Αθανάσιος 1982-2021 [13]
Ιερομόναχος Διονύσιος Γ’ 2021-
Πληροφορίες (2026) από την ιστοσελίδα της Μητροπόλης Κιτίου:
Η Ιερά Μονή του Τιμίου Σταυρού, γνωστή και ως Ιερά Μονή Σταυροβουνίου ή απλώς Σταυροβούνι, είναι ένα Ορθόδοξο ανδρικό Μοναστήρι στην Κύπρο που ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου. Αποτελεί έναν από τους τόπους στους οποίους υπάρχει τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού.
Κοινόβιο: Τηλ.: 22533630, Φαξ: 22532518.
Ηγούμενος: Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης, κ. Διονύσιος.
Σύμβουλοι: Ὁ ἱερομόναχοι Σάββας καί Στέφανος καί οἱ μοναχοί Γερμανός καί Ἱλαρίων.
Πατέρες: Ἱερομόναχοι: Γρηγόριος καί Κυπριανός.
Ἱεροδιάκονοι: Μελέτιος, Θεοδόσιος καί Παῦλος.
Μοναχοί: Θεοφάνης, Πανάρετος, Λάζαρος, Σπυρίδων, Ἀντώνιος, Νεόφυτος, Πρόδρομος, Εὐθύμιος, Ἀλέξιος, Ματθαῖος, Νεκτάριος, Μακάριος, Ἐπιφάνιος, Λεόντιος, Ἀρτέμιος.
Δόκιμοι: Σέργιος, Φώτιος.
Discover more from Agora Περιοδικό
Subscribe to get the latest posts sent to your email.




