Μετάβαση στο περιεχόμενο
Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2026
Απόψεις

Τα πλεονάσματα υπάρχουν – Πως κερδίζουμε το στοίχημα της δίκαιης κατανομής τους

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου Οικονομολόγος - Διευθύνων Σύμβουλος Trojan Economics Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε ιδιαίτερα ισχυρή δημοσιονομική θέση, ακόμη και σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2024 το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθε σε €1,439 δισ. ή 4,1% του ΑΕΠ και το 2025 σε €1,242 δισ. ή 3,4% του ΑΕΠ, ενώ η ΕΕ ως σύ…

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου Οικονομολόγος - Διευθύνων Σύμβουλος Trojan Economics Αρκεί μια διαδρομή σε ορισμένες εμπορικές περιοχές των αστικών κέντρων για να διαπιστώσει κανείς πόσο έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια η παρουσία φαρμακείων σε μικρή γεωγραφική απόσταση. Η εικόνα αυτή γεννά ένα φαινομενικά απλό ερώτημα: περισσότερα φαρμακεία σημαίνουν κατ’ ανάγκη εντονότερο ανταγωνισμό και, κατ’ επέκταση, καλύτερο αποτέλεσμα για τον πολίτη; Η απάντηση έχει σημασία για τη γεωγραφική πρόσβαση των ασθενών, τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της παροχής φαρμακευτικών υπηρεσιών και, τελικά, το κόστος του ΓεΣΥ. Η απόφαση που άλλαξε τα δεδομένα Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού παρενέβη ενεργά στο ζήτημα των γεωγραφικών και πληθυσμιακών κριτηρίων για νέες συμβάσεις φαρμακείων με το ΓεΣΥ. Εξέφρασε επιφυλάξεις για τέτοιους περιορισμούς και τάχθηκε υπέρ άλλων μέτρων, όπως κινήτρων για εγκατάσταση σε περιοχές με ανεπαρκή κάλυψη. Τον Μάρτιο του 2021, ο ΟΑΥ αναθεώρησε την προσέγγισή του, καταργώντας τα γεωγραφικά και πληθυσμιακά κριτήρια και επαναφέροντας τη δυνατότητα σύναψης νέων συμβάσεων χωρίς τους πρόσθετους αυτούς περιορισμούς. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι ρυθμιστικοί περιορισμοί εισόδου πρέπει να ελέγχονται δεν σημαίνει ότι είναι εκ προοιμίου επιζήμιοι για τον ανταγωνισμό. Το κρίσιμο είναι ποιον σκοπό εξυπηρετούν, πώς λειτουργούν στην πράξη και ποιες επιπτώσεις έχουν. Το ερώτημα, επομένως, είναι κατά πόσο η προσέγγιση που επικράτησε τότε στηρίχθηκε σε ολοκληρωμένη οικονομική αξιολόγηση της συγκεκριμένης αγοράς. Η οικονομική θεωρία Η οικονομική θεωρία είναι σαφής: η ελεύθερη είσοδος δεν οδηγεί πάντοτε ούτε στον κοινωνικά επιθυμητό αριθμό επιχειρήσεων ούτε στη βέλτιστη γεωγραφική κατανομή τους. Σε αγορές με σημαντικά σταθερά κόστη και έντονη τοπική διάσταση μπορεί να υπάρξει υπερβολική είσοδος στις εμπορικά ελκυστικότερες περιοχές. Ένας νέος πάροχος μπορεί κυρίως να μετατοπίζει υφιστάμενη πελατεία, χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχη νέα ζήτηση ή πρόσθετη κοινωνική αξία. Με άλλα λόγια, περισσότερες επιχειρήσεις στην ίδια περιοχή δεν σημαίνουν αυτομάτως περισσότερη αξία για την κοινωνία. Στα φαρμακεία αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Για μεγάλο μέρος των φαρμάκων που διατίθενται μέσω του ΓεΣΥ, τα φαρμακεία δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην τιμή, αφού αυτή δεν καθορίζεται ελεύθερα από το κάθε φαρμακείο. Η ανταγωνιστική πίεση εκδηλώνεται κυρίως στην ποιότητα εξυπηρέτησης, τη διαθεσιμότητα, την ευκολία πρόσβασης και τη γεωγραφική εγγύτητα. Ένα πρόσθετο φαρμακείο σε περιοχή με ήδη υψηλή πυκνότητα μπορεί, επομένως, να προσφέρει μικρότερο όφελος από ένα νέο φαρμακείο σε περιοχή με περιορισμένη κάλυψη. Η γεωγραφική κατανομή επηρεάζει άμεσα την πρόσβαση, τις πραγματικές επιλογές των ασθενών και την αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού. Περισσότερα φαρμακεία, ίδιος προϋπολογισμός Υπάρχει και μια δεύτερη ιδιαιτερότητα: ο σφαιρικός προϋπολογισμός. Η αύξηση του αριθμού των φαρμακείων δεν αυξάνει από μόνη της ούτε τη ζήτηση ούτε το συνολικό ποσό που διαθέτει το ΓεΣΥ για την αμοιβή τους. Αν ο προϋπολογισμός παραμένει ο ίδιος, κατανέμεται μεταξύ περισσότερων παρόχων, ασκώντας πίεση στην αμοιβή και στη δραστηριότητα ανά φαρμακείο. Εάν αυτή η πίεση οδηγήσει σε προβλήματα βιωσιμότητας, μπορεί στο μέλλον να δημιουργηθούν απαιτήσεις για αύξηση των αμοιβών ή του σχετικού προϋπολογισμού του ΓεΣΥ για τα φαρμακεία. Θα πρόκειται ουσιαστικά για τη δημοσιονομική συνέπεια μιας υπεραπλουστευμένης αντίληψης ότι περισσότερες επιχειρήσεις συνεπάγονται κατ’ ανάγκη εντονότερο ανταγωνισμό, παραδοχή που σαφώς δεν επιβεβαιώνεται από την οικονομική θεωρία. Η υπερσυγκέντρωση και η αγορά ακινήτων Η υπερβολική συγκέντρωση φαρμακείων σε συγκεκριμένες περιοχές μπορεί να δημιουργεί και στρεβλώσεις στην αγορά επαγγελματικών ακινήτων. Η αυξημένη ζήτηση για καταστήματα στις ίδιες εμπορικές ζώνες μπορεί να ασκεί ανοδική πίεση στα μισθώματα και να εκτοπίζει άλλες χρήσεις ή επιχειρήσεις. Έτσι, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στον αριθμό των φαρμακείων, αλλά επεκτείνεται στη συνολικότερη λειτουργία των τοπικών αγορών. Δεν είναι τυχαίο ότι γεωγραφικά και πληθυσμιακά κριτήρια για φαρμακεία συναντώνται και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Το κρίσιμο δεν είναι η ύπαρξη περιορισμού καθαυτού, αλλά κατά πόσο αυτός στηρίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, είναι αναλογικός και συμβάλλει σε πιο ισορροπημένη γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων. Ήρθε η ώρα για μια νέα αξιολόγηση; Ίσως, λοιπόν, έχει έρθει η στιγμή ο ΟΑΥ να επανεξετάσει τα γεωγραφικά και πληθυσμιακά κριτήρια για νέες συμβάσεις με φαρμακεία στο ΓεΣΥ. Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάσει πού υπάρχει ανεπαρκής κάλυψη και πού υπερβολική συγκέντρωση, πώς εκδηλώνεται στην πράξη ο ανταγωνισμός και ποιες είναι οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στον σφαιρικό προϋπολογισμό και στο κόστος του ΓεΣΥ. Η πολιτική ανταγωνισμού δεν έχει ως αυτοσκοπό τη μεγιστοποίηση του αριθμού των επιχειρήσεων, αλλά τη διαμόρφωση συνθηκών που οδηγούν, ιδίως μακροπρόθεσμα, σε καλύτερα αποτελέσματα για τους καταναλωτές ως προς τις τιμές, την ποιότητα, τις επιλογές και την πρόσβαση. Αυτό προϋποθέτει ορθή κατανόηση του τρόπου λειτουργίας κάθε αγοράς. Διαφορετικά, η εσφαλμένη παραδοχή ότι η αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων συνεπάγεται κατ’ ανάγκη εντονότερο ανταγωνισμό μπορεί τελικά να υπονομεύσει τόσο την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς όσο και τα συμφέροντα των καταναλωτών. *Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου

Οικονομολόγος – Διευθύνων Σύμβουλος Trojan Economics

Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε ιδιαίτερα ισχυρή δημοσιονομική θέση, ακόμη και σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2024 το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθε σε €1,439 δισ. ή 4,1% του ΑΕΠ και το 2025 σε €1,242 δισ. ή 3,4% του ΑΕΠ, ενώ η ΕΕ ως σύνολο κατέγραψε έλλειμμα 3,1% του ΑΕΠ και τα δύο έτη. Το 2025, μάλιστα, η Κύπρος είχε το υψηλότερο δημοσιονομικό πλεόνασμα στην ΕΕ. Κατά το επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 καταγράφηκε δημοσιονομικό πλεόνασμα €770,6 εκατ., που αντιστοιχεί σε περίπου 2% του ετήσιου ΑΕΠ.

Παρόλο που η επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων δεν αποτελεί αυτοσκοπό της οικονομικής πολιτικής, η εν λόγω εξέλιξη είναι θετική. Περιορίζει τις ανάγκες νέου δανεισμού, δύναται να συμβάλλει στη μείωση του δημόσιου χρέους, ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας και δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για την άσκηση κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Η ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αυτός πρέπει κατ’ ανάγκη να διατεθεί. Το αν θα αξιοποιηθεί, σε ποια έκταση και με ποιον τρόπο, αποτελεί ευρύτερη επιλογή δημόσιας πολιτικής. Για τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης έχει σημασία να εξεταστεί και ο τρόπος με τον οποίο ο δημοσιονομικός αυτός χώρος δημιουργήθηκε.

Πληθωρισμός και δημόσια έσοδα

Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα δύνανται να προκύψουν από διάφορους παράγοντες, όπως η οικονομική ανάπτυξη, η αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων, η κερδοφορία των επιχειρήσεων, η φορολογική συμμόρφωση και η εξέλιξη των δημόσιων δαπανών. Υπάρχει, όμως, και ένας πρόσθετος παράγοντας: ο πληθωρισμός. Η αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών μπορεί να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα με δύο κυρίως τρόπους. Πρώτον, αυξάνει την ονομαστική αξία της κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, τη φορολογική βάση του ΦΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 τα συνολικά δημόσια έσοδα αυξήθηκαν κατά 4,1%, ενώ τα καθαρά έσοδα από ΦΠΑ κατά 14,7%. Δεύτερον, μέσω της δημοσιονομικής έλξης (fiscal drag), η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων δύναται να οδηγήσει σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση χωρίς αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Πέραν όμως από την επίδρασή του στα δημόσια έσοδα, ο πληθωρισμός έχει και σημαντικές διανεμητικές συνέπειες. Η επιβάρυνση που προκαλεί δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Τα χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σε βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και μεταφορές, και έχουν μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν τις αυξήσεις των τιμών. Η επιβάρυνση αυτή δεν εξαφανίζεται επειδή ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται. Η μείωση του ρυθμού αύξησης των τιμών δεν συνεπάγεται επιστροφή τους στα προηγούμενα επίπεδα. Εφόσον τα εισοδήματα δεν έχουν αυξηθεί αντίστοιχα, μέρος της απώλειας αγοραστικής δύναμης παραμένει και μπορεί να παγιωθεί.

Ανάλογη πίεση μπορεί να αντιμετωπίζουν μικρές επιχειρήσεις, ιδίως όταν το αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών, ενοικίων ή χρηματοδότησης δεν μπορεί εύκολα να μετακυλιστεί στις τιμές των προϊόντων ή υπηρεσιών τους.

Η πραγματική επιβάρυνση δεν είναι ίδια για όλους

Οι πιο πάνω διαφορές ως προς την πραγματική επιβάρυνση, αναδεικνύουν και ένα ζήτημα δικαιοσύνης και αναλογικότητας στην ενδεχόμενη αξιοποίηση μέρους του δημοσιονομικού χώρου. Χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική βιωσιμότητα, θα μπορούσε να εξεταστεί η καλύτερη στόχευση υφιστάμενων εργαλείων κοινωνικής πολιτικής προς όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, όπως το επίδομα τέκνου και πολυτεκνίας, η στήριξη χαμηλοσυνταξιούχων και άλλες εισοδηματικές ενισχύσεις, με κριτήρια το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και τον βαθμό οικονομικής επιβάρυνσης.

Για τις μικρές επιχειρήσεις, η στήριξη θα μπορούσε αντίστοιχα να λάβει τη μορφή στοχευμένων χορηγιών για αυξημένο ενεργειακό ή άλλο λειτουργικό κόστος, προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, διευκόλυνσης της πρόσβασης σε χρηματοδότηση ή άλλων προσωρινών μέτρων μείωσης του κόστους. Η στήριξη θα πρέπει να συνδέεται με τεκμηριωμένη επιβάρυνση και περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης ή μετακύλισης του αυξημένου κόστους στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών τους.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη θέση του ΔΝΤ υπέρ προσωρινών και στοχευμένων μέτρων αντί γενικευμένων μειώσεων φόρων ή οριζόντιων επιδοτήσεων.

Το ζητούμενο είναι η δίκαιη κατανομή

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο χρόνος λήψης των αποφάσεων για την ενδεχόμενη διάθεση και κατανομή μέρους του δημοσιονομικού χώρου. Όσο εντείνεται ο επόμενος εκλογικός κύκλος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η κατανομή των διαθέσιμων πόρων να στρεβλωθεί από την άνιση δύναμη διεκδίκησης διαφορετικών ομάδων. Οι καλύτερα οργανωμένες ομάδες έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να προωθούν τα αιτήματά τους, ενώ νοικοκυριά, χαμηλοσυνταξιούχοι ή μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν αντίστοιχη συλλογική εκπροσώπηση μπορεί να έχουν πολύ μικρότερη επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Υπάρχει έτσι ο κίνδυνος οι πόροι να κατευθυνθούν όχι εκεί όπου η πραγματική οικονομική ανάγκη είναι μεγαλύτερη, αλλά εκεί όπου οι διεκδικήσεις είναι ισχυρότερες.

Με αυτά τα δεδομένα, η ενδεχόμενη διάθεση μέρους του δημοσιονομικού χώρου πρέπει να αποφασιστεί έγκαιρα και με σαφή, αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να διακυβεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα. Για τα νοικοκυριά, κρίσιμο είναι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, η απώλεια αγοραστικής δύναμης και η σύνθεσή τους. Για τις μικρές επιχειρήσεις, η αύξηση του λειτουργικού κόστους, η συμπίεση των περιθωρίων και η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους.

Η δικαιοσύνη και η αναλογικότητα επιβάλλουν, εφόσον διατεθεί μέρος του δημοσιονομικού χώρου, να κατευθυνθεί εκεί όπου η πραγματική επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη και η δυνατότητα απορρόφησής της μικρότερη. Όχι εκεί όπου η δύναμη διεκδίκησης είναι ισχυρότερη.

*Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.

Σημείωση: Το παρόν άρθρο εκφράζει αποκλειστικά τις απόψεις του/της συγγραφέα. Οι θέσεις και οι απόψεις που διατυπώνονται δεν απηχούν και δεν δεσμεύουν τη συντακτική ομάδα ή το Περιοδικό Agora.

Discover more from Agora Περιοδικό

Subscribe to get the latest posts sent to your email.