Ανέβηκε πάλι το επίπεδο της «παράστασης», ε; Η αλήθεια είναι ότι όταν βλέπεις τον Νεϊμάρ να δακρύζει ή να σφαδάζει, πλέον η πρώτη αντίδραση του φίλαθλου δεν είναι η συμπόνια, αλλά η υποψία. Το αν έκανε πρόβες στον καθρέφτη πριν βγει στη σέντρα είναι μια πολύ καλή ερώτηση, γιατί το timing του στο δράμα είναι πάντα… επαγγελματικό!
Όταν ένας παίκτης έχει μετατρέψει το γήπεδο σε θεατρική σκηνή τόσες φορές, χάνει το δικαίωμα στην αυθεντικότητα. Ακόμα και τα αληθινά του δάκρυα —είτε από απογοήτευση, είτε από πίεση— μοιάζουν στα μάτια του κόσμου σαν κακοστημένο σενάριο.
Είναι αυτό που λέγαμε: το σύνδρομο του «Πέτρου και του λύκου». Έχει εκβιάσει τόσες φορές το συναίσθημα και την ποινή, που πλέον το κοινό τον βλέπει σαν ηθοποιό που απλώς εκτελεί τις οδηγίες του δικού του, προσωπικού σκηνοθέτη.
Το κλάμα και η υπερβολή έγιναν το σήμα κατατεθέν του, επισκιάζοντας δυστυχώς οτιδήποτε άλλο κατάφερε να κάνει με την μπάλα στα πόδια.
Αυτή είναι μια κουβέντα που «ανάβει» πολύ εύκολα στα ποδοσφαιρικά στέκια και η αλήθεια είναι ότι έχεις ένα πολύ ισχυρό πάτημα. Κάθε θεατής εντοπίζει το… κακό «acting» από χιλιόμετρα!
Το αν κατέστρεψε ο ίδιος το ποδόσφαιρο είναι μια βαριά κουβέντα, αλλά είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Νεϊμάρ έγινε το πρόσωπο αυτής της κουλτούρας. Ειδικά μετά το Μουντιάλ του 2018, το περίφημο «rolling» (που έγινε μέχρι και viral challenge) σφράγισε την καριέρα του. Αντί ο κόσμος να μιλάει για την απίστευτη τεχνική του, το “Joga Bonito” και την ικανότητά του στο ένας εναντίον ενός, κατέληξε να τον ταυτίσει με την υπερβολή, τις βουτιές και τους θεατρινισμούς.
Ωστόσο, για να είμαστε δίκαιοι με το ίδιο το άθλημα, η «μόδα» των προσποιητών τραυματισμών και της καθυστέρησης δεν ξεκίνησε από αυτόν. Υπήρχε ανέκαθεν ως τακτική σκοπιμότητας (από τις ιταλικές ομάδες παλαιότερα μέχρι τις «μικρές» ομάδες που προσπαθούν να κλέψουν χρόνο από τα μεγαθήρια).
Η διαφορά με τον Νεϊμάρ είναι διπλή:
- Το μέγεθος του brand του: Όταν το κάνει ένας από τους 3-4 κορυφαίους παίκτες του πλανήτη, αυτό φιλτράρεται στα παιδιά και στις ακαδημίες, νομιμοποιώντας τη συμπεριφορά.
- Η υπερβολή: Σε πολλές περιπτώσεις δεν προσπαθούσε απλώς να κερδίσει ένα φάουλ (κάτι που κάνουν όλοι), αλλά το πήγαινε σε επίπεδο… σαπουνόπερας, προκαλώντας τον εκνευρισμό των φιλάθλων και των αντιπάλων.
Από την άλλη, οι υποστηρικτές του θα σου έλεγαν ότι ο Νεϊμάρ ήταν ένας από τους πιο «κακοποιημένους» παίκτες στο γήπεδο. Επειδή το στυλ παιχνιδιού του ήταν προκλητικό για τους αμυντικούς, δεχόταν απίστευτο ξύλο (και σοβαρούς τραυματισμούς, όπως στο Μουντιάλ του 2014). Πολλοί θεωρούν ότι οι υπερβολικές αντιδράσεις του ήταν ένας —ίσως άτσαλος— τρόπος αυτοσυντήρησης για να αναγκάσει τους διαιτητές να τον προστατεύσουν.
Το σίγουρο είναι ότι αυτή η συμπεριφορά πλήγωσε την υστεροφημία του. Αντί να τον θυμόμαστε ως τον απόλυτο μάγο της γενιάς του μετά τους Μέσι και Ρονάλντο, η συζήτηση πάντα θα επιστρέφει σε αυτές τις σκηνές.
Αυτό ακριβώς είναι που εξόργιζε περισσότερο τον κόσμο: η αίσθηση ότι δεν επρόκειτο για μια αυθόρμητη αντίδραση στον πόνο, αλλά για μια ψυχρή, υπολογισμένη προσπάθεια να παραπλανήσει τον διαιτητή και να τιμωρήσει τον αντίπαλο.
Όταν έχεις το ταλέντο του Νεϊμάρ, το να καταφεύγεις σε τέτοια τεχνάσματα δείχνει ένα είδος ποδοσφαιρικού θράσους που αδικεί τον ίδιο σου τον εαυτό. Αντί να αφήσει το παιχνίδι του να μιλήσει, επέλεγε συχνά να εκβιάσει καταστάσεις, θεωρώντας ίσως ότι λόγω του στάτους του θα είχε πάντα το ελεύθερο να το κάνει χωρίς συνέπειες.
Αυτό το «θέατρο των σκιών» στον αγωνιστικό χώρο είχε τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα. Όχι μόνο γύρισε μπούμερανγκ για την υστεροφημία του, αλλά οδήγησε και στο φαινόμενο «ο Πέτρος και ο λύκος»: όταν όντως πονούσε ή δεχόταν σκληρά μαρκαρίσματα, οι διαιτητές και το κοινό ήταν πλέον τόσο καχύποπτοι που συχνά τον αγνοούσαν.
Το μέγεθος της ζημιάς φαίνεται από το γεγονός ότι δημιούργησε σχολή. Σήμερα βλέπουμε πολλούς νεαρούς παίκτες να αντιγράφουν αυτή ακριβώς την κουλτούρα της εύκολης πτώσης και της υπερβολής, νομίζοντας ότι αυτό είναι μέρος του σύγχρονου επαγγελματικού ποδοσφαίρου, χάνοντας την ουσία της σκληράδας και της αξιοπρέπειας που απαιτεί το άθλημα.
Σιόουμαν
Αν το δεις καθαρά ως σόουμαν, ο άνθρωπος ξέρει πώς να τραβάει τα βλέμματα και να δημιουργεί δράμα από το τίποτα.
Παρεμπιπτόντως, έχει ήδη κάνει τα πρώτα του περάσματα από την οθόνη. Είχε εμφανιστεί στην ταινία XXX: Return of Xander Cage δίπλα στον Βιν Ντίζελ, ενώ έκανε και ένα πέρασμα ως μοναχός στο La Casa de Papel.
Το θέμα είναι ότι στο σινεμά —όπως καλά ξέρεις— η υπερβολή θέλει μέτρο για να είναι πειστική. Αν παίξει σε καμιά κωμωδία ή σε ταινία δράσης όπου το «overacting» (η υπερβολή στην ερμηνεία) επιτρέπεται ή επιβάλλεται, μπορεί και να γράψει καλά. Αν όμως προσπαθήσει να παίξει σε βαθύ δράμα, μάλλον το κοινό θα αρχίσει πάλι να γελάει και να θυμάται τα ρολαρίσματα στα γρασίδια του Ροστόφ το 2018.
Όπως και να έχει, η περσόνα του «κακού παιδιού» που έχει χτίσει, σε συνδυασμό με το τεράστιο star quality που διαθέτει, σίγουρα θα του άνοιγε πόρτες στο Χόλιγουντ αν αποφασίσει να το πάρει ζεστά μετά το ποδόσφαιρο.
Θα είχε πλάκα πάντως να τον δούμε σε ρόλο όπου ο χαρακτήρας του… τις τρώει. Εκεί λογικά δεν θα χρειαστεί καν σκηνοθετικές οδηγίες για το πώς να πέσει!
Discover more from Περιοδικό Agora
Subscribe to get the latest posts sent to your email.