Μικρή, μεσαία, μεγάλη, οικογενειακή ή ατομική. Οι χαρακτηρισμοί υπάρχουν σχεδόν σε κάθε κατάλογο πιτσαρίας, αλλά δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη το ίδιο πράγμα. Μια «μεσαία» πίτσα σε ένα κατάστημα μπορεί να έχει το μέγεθος μιας «μικρής» σε κάποιο άλλο, ενώ ακόμη και ο όρος «ατομική» δεν πληροφορεί ουσιαστικά τον καταναλωτή για την ποσότητα φαγητού που πρόκειται να παραλάβει.
Και κάπου εδώ προκύπτει ένα απλό ερώτημα: γιατί το μέγεθος της πίτσας να μην αναγράφεται υποχρεωτικά με έναν τρόπο που να επιτρέπει πραγματική σύγκριση;
«Μικρή» σε σχέση με τι;
Όταν κάποιος αγοράζει ένα αναψυκτικό των 330 ml γνωρίζει ακριβώς πόσο προϊόν παίρνει. Όταν αγοράζει ένα κιλό πατάτες, η ποσότητα είναι επίσης συγκεκριμένη. Στην πίτσα όμως μπορεί να παραγγείλει μία «large» χωρίς ο χαρακτηρισμός αυτός, από μόνος του, να του δίνει καμία αντικειμενική πληροφορία.
Στη διεθνή αγορά συναντά κανείς συνήθως μικρές πίτσες περίπου 8-10 ιντσών, μεσαίες γύρω στις 12 ίντσες και μεγάλες 14-16 ιντσών, όμως πρόκειται για εμπορική πρακτική και όχι για καθολικό υποχρεωτικό πρότυπο. Διαφορετικές αλυσίδες και ανεξάρτητες πιτσαρίες μπορούν να χρησιμοποιούν διαφορετικές διαστάσεις για την ίδια ονομασία.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη σημαντικότερο επειδή η επιφάνεια μιας πίτσας αυξάνεται πολύ περισσότερο απ’ όσο αντιλαμβανόμαστε κοιτάζοντας απλώς τη διάμετρό της. Μία πίτσα διαμέτρου 30 εκατοστών, για παράδειγμα, έχει περίπου 44% μεγαλύτερη επιφάνεια από μία πίτσα 25 εκατοστών. Αντίστοιχα, μια πίτσα 35 εκατοστών έχει περίπου 36% μεγαλύτερη επιφάνεια από μία των 30 εκατοστών.
Άρα πέντε εκατοστά διαφορά δεν είναι καθόλου αμελητέα.
Το δικαίωμα του καταναλωτή να γνωρίζει τι αγοράζει
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προστατεύει τους καταναλωτές από εμπορικές πρακτικές που είναι παραπλανητικές είτε επειδή παρέχουν λανθασμένες πληροφορίες είτε επειδή αποκρύπτουν ουσιώδεις πληροφορίες που χρειάζεται ο καταναλωτής για να πάρει μια ενημερωμένη απόφαση αγοράς. Δεν υπάρχει, ωστόσο, σήμερα ένας ευρωπαϊκός κανόνας που να ορίζει ότι μια πίτσα που χαρακτηρίζεται «small» πρέπει να έχει συγκεκριμένη διάμετρο και μια «large» κάποια άλλη.
Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον κενό στην πληροφόρηση.
Μια απλή λύση θα ήταν κάθε φυσικός και ηλεκτρονικός κατάλογος να αναγράφει δίπλα στην ονομασία τουλάχιστον τη διάμετρο της πίτσας σε εκατοστά.
Για παράδειγμα:
Ατομική – 25 cm
Μικρή – 28 cm
Μεσαία – 32 cm
Μεγάλη – 36 cm
Οι συγκεκριμένες διαστάσεις δεν προτείνονται εδώ ως κάποιο ήδη θεσμοθετημένο διεθνές πρότυπο. Δείχνουν όμως πόσο απλούστερη θα ήταν η σύγκριση εάν υπήρχαν σαφείς κατηγορίες ή, τουλάχιστον, υποχρεωτική αναγραφή της πραγματικής διαμέτρου.
Ακόμη καλύτερα, θα μπορούσε να αναγράφεται και το ενδεικτικό βάρος ή ο αριθμός των ατόμων για τα οποία προορίζεται η πίτσα.
Η Βρετανία συζητά εδώ και χρόνια τις μερίδες
Η συζήτηση για την τυποποίηση των μερίδων δεν είναι καινούργια. Στη Βρετανία είχε προκαλέσει συζήτηση η έκθεση «Portion Distortion» του British Heart Foundation, η οποία ζητούσε οι μερίδες τροφίμων να γίνουν περισσότερο τυποποιημένες, σαφώς επισημασμένες και εύκολα κατανοητές από τους καταναλωτές. Το πρόβλημα που είχε εντοπιστεί ήταν ακριβώς ότι οι εταιρείες μπορούν σε πολλές περιπτώσεις να καθορίζουν οι ίδιες τι θεωρούν «μία μερίδα», καθιστώντας δύσκολη τη σύγκριση μεταξύ προϊόντων.
Οι επίσημες βρετανικές οδηγίες για πιτσαρίες και takeaways αντιμετωπίζουν μάλιστα ρητά τη διάμετρο της πίτσας ως στοιχείο που καθορίζει το μέγεθος της μερίδας, προτείνοντας στις επιχειρήσεις ακόμη και τη σταδιακή μείωση του πλάτους μιας πίτσας όταν επιχειρούν να μειώσουν τις προσφερόμενες μερίδες.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η οδηγία της Food Standards Scotland προς τις πιτσαρίες: προτείνει να καθίσταται σαφές στον κατάλογο για πόσα άτομα προορίζεται μία πίτσα, με παράδειγμα την ένδειξη ότι μια μεγάλη πίτσα εξυπηρετεί τρία έως τέσσερα άτομα.
Το 2018 υπήρξε μάλιστα στη Βρετανία συζήτηση στο πλαίσιο των πολιτικών κατά της παχυσαρκίας για ανώτατα όρια θερμίδων σε ορισμένες μερίδες, με προσχέδια που αναφέρονταν και σε πίτσα για ένα άτομο. Αυτό δεν ισοδυναμούσε με καθορισμό συγκεκριμένης διαμέτρου, έδειχνε όμως ότι το ερώτημα «τι θεωρείται μία μερίδα πίτσας;» είχε ήδη περάσει στο επίπεδο της δημόσιας πολιτικής.
Η Ιταλία απέδειξε ότι η πίτσα μπορεί να τυποποιηθεί
Υπάρχει και ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον προηγούμενο από την ίδια την πατρίδα της πίτσας. Η Associazione Verace Pizza Napoletana, η οποία καθορίζει τις προδιαγραφές της αυθεντικής ναπολιτάνικης πίτσας, προβλέπει συγκεκριμένα τεχνικά χαρακτηριστικά. Για την «Vera Pizza Napoletana» το ζυμάρι πρέπει να έχει βάρος 200 έως 280 γραμμάρια και η τελική πίτσα διάμετρο μεταξύ 22 και 35 εκατοστών.
Δεν πρόκειται φυσικά για νομοθεσία που καθορίζει τι είναι «small» ή «large». Είναι όμως απόδειξη ότι η διάμετρος μιας πίτσας μπορεί να αποτελεί απολύτως μετρήσιμο και τυποποιημένο χαρακτηριστικό όταν υπάρχει λόγος να προστατευθεί μια συγκεκριμένη προδιαγραφή προϊόντος.
Στις ΗΠΑ η έμφαση δίνεται στην πληροφόρηση
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολούθησαν διαφορετική κατεύθυνση. Οι αλυσίδες εστιατορίων με τουλάχιστον 20 καταστήματα που εμπίπτουν στους ομοσπονδιακούς κανόνες πρέπει να αναγράφουν τις θερμίδες των τυποποιημένων προϊόντων στους καταλόγους και στους πίνακες μενού.
Οι οδηγίες του FDA χρησιμοποιούν μάλιστα ειδικά την πίτσα ως παράδειγμα: ένα κατάστημα μπορεί να δίνει τις θερμίδες ολόκληρης της πίτσας ή ανά κομμάτι, εφόσον αναγράφει και πόσα κομμάτια περιλαμβάνει ολόκληρη η πίτσα.
Η λογική είναι σημαντική: ο καταναλωτής δεν αρκεί να βλέπει μια εμπορική ονομασία. Πρέπει να έχει αρκετή πληροφορία ώστε να αντιλαμβάνεται τι πραγματικά παραγγέλνει.
Το «ατομική» είναι ίσως ο πιο προβληματικός χαρακτηρισμός
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο όρος «ατομική πίτσα». Θεωρητικά υποδηλώνει ότι πρόκειται για μία πλήρη μερίδα για ένα άτομο. Στην πράξη όμως η ποσότητα μπορεί να διαφέρει σημαντικά από κατάστημα σε κατάστημα.
Φυσικά κανένας κανονισμός δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μια συγκεκριμένη ποσότητα θα «χορτάσει» κάθε άνθρωπο. Οι ενεργειακές ανάγκες, η ηλικία, το σωματικό μέγεθος και η όρεξη διαφέρουν.
Μπορεί όμως να εξασφαλίσει κάτι πολύ πιο απλό: ότι ο άνθρωπος που παραγγέλνει ξέρει πόσο φαγητό αγοράζει.
Μήπως είναι ώρα για έναν απλό κανόνα;
Δεν είναι απαραίτητο η πολιτεία να αποφασίσει πώς θα φτιάχνει την πίτσα κάθε εστιατόριο. Θα μπορούσε όμως να εξεταστεί ένας πολύ απλός κανόνας διαφάνειας:
Κάθε πίτσα που πωλείται με χαρακτηρισμό μεγέθους να συνοδεύεται υποχρεωτικά από τη διάμετρό της σε εκατοστά.
Και όταν χρησιμοποιείται ο όρος «ατομική», «για δύο» ή «οικογενειακή», να αναγράφεται παράλληλα η διάμετρος και, ενδεχομένως, το ενδεικτικό βάρος του προϊόντος. Έτσι μια «μεγάλη» των 30 εκατοστών δεν θα μπορεί να συγκρίνεται νοητά από τον καταναλωτή με μια «μεγάλη» των 38 εκατοστών σαν να επρόκειτο για το ίδιο πράγμα.
Ο ανταγωνισμός θα εξακολουθεί να λειτουργεί ελεύθερα. Οι πιτσαρίες θα μπορούν να προσφέρουν όποια μεγέθη θέλουν και σε όποια τιμή επιλέγουν.
Ο καταναλωτής, όμως, θα γνωρίζει επιτέλους τι ακριβώς πληρώνει.
Discover more from Agora Περιοδικό
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

