Το νέο «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» θέλει να είναι συγχρόνως οικογενειακό δράμα, ιστορική αποκατάσταση και νοσταλγικό τηλεοπτικό καταφύγιο. Δεν καταφέρνει τίποτε από τα τρία.
Είναι μια όμορφα φωτογραφημένη, αλλά άψυχη παραγωγή. Είναι γεμάτη έτοιμα διδάγματα, προβλέψιμες συγκινήσεις και διαλόγους που θυμίζουν αποφθέγματα ημερολογίου. Το σοβαρότερο πρόβλημα, όμως, βρίσκεται αλλού. Η σειρά χρησιμοποιεί τους ιθαγενείς και τους μαύρους χαρακτήρες για να εμφανίσει την οικογένεια Ίνγκαλς ως φωτισμένη και ηθικά αθώα. Έτσι, η βίαιη ιστορία των ΗΠΑ μετατρέπεται σε ένα ακόμη γλυκανάλατο αφήγημα συμφιλίωσης.
Βαθμολογία Agora: 2/10
Spoiler alert: Tο κείμενο περιέχει πληροφορίες για την εξέλιξη της πρώτης σεζόν.
Η νέα εκδοχή του Netflix
Η σειρά έκανε πρεμιέρα στις 9 Ιουλίου 2026 και αποτελείται από οκτώ επεισόδια. Δημιουργός της είναι η Rebecca Sonnenshine. Στους βασικούς ρόλους εμφανίζονται οι Alice Halsey ως Laura, Luke Bracey ως Charles, Crosby Fitzgerald ως Caroline και Skywalker Hughes ως Mary. Ο Jocko Sims υποδύεται τον πραγματικό Αφροαμερικανό γιατρό George Tann.
Η πρώτη σεζόν ακολουθεί την οικογένεια Ίνγκαλς από το Ουισκόνσιν στο Κάνσας. Εκεί χτίζει το σπίτι της πάνω σε γη η οποία ανήκει στους ιθαγενείς Όσεϊτζ.
Το Netflix παρουσιάζει τη σειρά ως μια νέα μεταφορά των βιβλίων της Laura Ingalls Wilder. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι διευρύνει την ιστορία, ώστε να συμπεριλάβει τις εμπειρίες ανθρώπων που αγνόησαν τα βιβλία και οι προηγούμενες μεταφορές. Η δεύτερη σεζόν είχε εγκριθεί πριν ακόμη προβληθεί η πρώτη. Netflix Tudum
Γυαλιστερή εικόνα, άδειο συναίσθημα
Το νέο «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» είναι οπτικά προσεγμένο. Τα λιβάδια, τα κοστούμια και το ξύλινο σπίτι φωτογραφίζονται σαν ακριβή διαφήμιση αγροτικής ζωής. Κάτω από τη γυαλιστερή επιφάνεια, όμως, δεν υπάρχει αλήθεια.
Οι δημιουργοί πήραν υλικό που η σειρά του 1974 κάλυψε σε ένα τηλεοπτικό επεισόδιο και το άπλωσαν σε οκτώ ώρες. Το αποτέλεσμα είναι γεμάτο επαναλήψεις, τραγούδια γύρω από τη φωτιά και δευτερεύουσες ιστορίες που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη μεγάλη διάρκεια.
Οι διάλογοι είναι ακόμη χειρότεροι. Οι χαρακτήρες δεν μιλούν σαν άνθρωποι. Εκφωνούν μικρά μαθήματα ζωής για την ελπίδα, την οικογένεια και τη δύναμη να ακολουθείς την καρδιά σου. Οι Los Angeles Times επισήμαναν επίσης ότι η σειρά είναι πολύ πιο συναισθηματική από το βιβλίο και ότι οι πρόσθετοι διάλογοι είναι φορτωμένοι με προκατασκευασμένα μηνύματα. Los Angeles Times
Η σειρά είναι γλυκανάλατη και χωρίς πραγματική χαρά. Προσπαθεί συνεχώς να μας συγκινήσει, αλλά σπάνια αφήνει τους χαρακτήρες να ζήσουν χωρίς να μετατρέψει κάθε σκηνή σε μάθημα.
Δεν φταίει επειδή δεν αντιγράφει την πρώτη σειρά
Η σειρά του Michael Landon, η οποία προβλήθηκε από το 1974 μέχρι το 1983, δεν ήταν ιστορικά άψογη. Είχε μελοδραματικές υπερβολές, στερεότυπα και ορισμένες απαράδεκτες απεικονίσεις ιθαγενών. Είχε, όμως, προσωπικότητα. Είχε χιούμορ, ένταση και χαρακτήρες που έμοιαζαν να ζουν μαζί. Ο Michael Landon μπορούσε να περάσει από τη συγκίνηση στο γέλιο, χωρίς να κάνει τον θεατή να αισθάνεται ότι τον χειραγωγούν. Αυτό ακριβώς λείπει από τη νέα παραγωγή.
Η πρώτη σειρά δεν ήταν μόνο ένα γλυκό οικογενειακό πρόγραμμα. Καταπιάστηκε με τον ρατσισμό, τον εθισμό, την κακοποίηση, τη σεξουαλική βία και την αναπηρία. Το επεισόδιο «Dark Sage» του 1981, για παράδειγμα, αντιμετώπισε ευθέως τον ρατσισμό εναντίον ενός μαύρου γιατρού. Entertainment Weekly
Οι ιθαγενείς ως ηθικό άλλοθι
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η παραγωγή συνεργάστηκε με συμβούλους από την κοινότητα των Όσεϊτζ. Χρησιμοποίησε ιθαγενείς ηθοποιούς, γλώσσα και πολιτιστικά στοιχεία. Δημιούργησε επίσης την οικογένεια Mitchell, ώστε οι Όσεϊτζ να αποκτήσουν πρόσωπα και φωνή. Δεν αρκεί, όμως.
Η Good Eagle γίνεται φίλη της Laura για να βοηθήσει τη Laura να ωριμάσει. Ο William Mitchell γίνεται ο σοφός φίλος του Charles. Η White Sun λειτουργεί ως αντίβαρο στην προκατάληψη της Caroline. Με άλλα λόγια, κάθε Ιθαγενής χαρακτήρας αντιστοιχεί σε ένα μέλος της λευκής οικογένειας. Υπάρχει κυρίως για να το εκπαιδεύσει, να το συγχωρήσει ή να επιβεβαιώσει την καλοσύνη του.
Ακόμη και η Guardian παρατήρησε ότι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες λειτουργούν ως φίλοι και ηθικοί οδηγοί των Ίνγκαλς, μέσα σε ένα προσεκτικά κατασκευασμένο οικογενειακό θέαμα. The Guardian
Οι Ίνγκαλς δεν ήταν εξαπατημένα θύματα
Η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο άβολη από εκείνη που προσφέρει η σειρά. Η οικογένεια Ίνγκαλς εγκαταστάθηκε παράνομα στη γη των Όσεϊτζ μεταξύ 1869 και 1870. Σύμφωνα με την Ιστορική Εταιρεία του Κάνσας, γνώριζε ότι η περιοχή δεν είχε ακόμη ανοίξει νόμιμα στους λευκούς εποίκους. Περίμενε, όμως, ότι αυτό θα συνέβαινε σύντομα και ήθελε να προλάβει τις καλύτερες εκτάσεις. Kansas Historical Society
Η σειρά προσθέτει μια διαφορετική εκδοχή. Παρουσιάζει σιδηροδρομικές εταιρείες και κυβερνητικούς μηχανισμούς να μοιράζουν παραπλανητικές διαφημίσεις για «δωρεάν γη». Έτσι, οι Ίνγκαλς εμφανίζονται κυρίως ως θύματα μιας απάτης. Η προσωπική τους ευθύνη περιορίζεται σημαντικά.
Η επιλογή αυτή δεν είναι αθώα. Επιτρέπει στη σειρά να μιλήσει για κλεμμένη γη, χωρίς να αμφισβητήσει ουσιαστικά τους αγαπημένους λευκούς πρωταγωνιστές της. Στο τέλος, η απομάκρυνση των Όσεϊτζ μετατρέπεται σε μια θλιβερή, αλλά σχεδόν πολιτισμένη διαπραγμάτευση. Η οδύνη τους γίνεται ξανά φόντο για τη λύπη του Charles και της Laura.
Οι άνθρωποι που χάνουν τη γη τους καταλήγουν κομπάρσοι στο ηθικό ξύπνημα εκείνων που εγκαταστάθηκαν πάνω της.
Μαύροι χαρακτήρες χωρίς το βάρος της δουλείας
Ο Dr. George Tann είναι υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο. Γεννήθηκε ελεύθερος και θεράπευσε την οικογένεια Ίνγκαλς από την ελονοσία. Η ερμηνεία του Jocko Sims είναι, μάλιστα, ένα από τα λίγα δυνατά στοιχεία της σειράς. Ο ηθοποιός είναι γνωστός και από το «New Amsterdam».
Το πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο η σειρά χρησιμοποιεί τον Tann και την Emily Henderson. Οι δύο επιτυχημένοι μαύροι χαρακτήρες λειτουργούν ως απόδειξη ότι η νέα Άγρια Δύση ήταν δήθεν ένας χώρος ίσων ευκαιριών, τον οποίο χαλούσαν μόνο μερικοί κακοί και ρατσιστές άνθρωποι.
Η ιστορία, όμως, διαδραματίζεται μόλις τέσσερα χρόνια μετά την κατάργηση της δουλείας. Η αμερικανική κοινωνία είχε οικοδομηθεί πάνω σε περισσότερους από δύο αιώνες υποδούλωσης. Οι νόμοι μπορεί να άλλαξαν, αλλά η βία, οι διακρίσεις και η οικονομική ανισότητα παρέμειναν. Η σειρά δεν εμβαθύνει σε αυτή την πραγματικότητα. Προτιμά έναν ατομικό, βολικό ρατσισμό. Υπάρχουν οι προκατειλημμένοι κακοί και απέναντί τους οι καλοί Ίνγκαλς, οι οποίοι μαθαίνουν γρήγορα το σωστό.
Έτσι, η μαύρη εμπειρία γίνεται ακόμη ένα εργαλείο εξαγνισμού των λευκών πρωταγωνιστών.
Το ιστορικό λάθος με το Nicodemus
Η επιφανειακή αντιμετώπιση της μαύρης ιστορίας αποκαλύπτεται και μέσα από ένα καθαρό ιστορικό λάθος. Η σειρά τοποθετεί τα γεγονότα στα χρόνια 1869 και 1870. Ωστόσο, η Emily παρουσιάζεται να κατάγεται από το Nicodemus του Κάνσας και αναφέρεται στην οικογένειά της που ζει εκεί. Το Nicodemus ιδρύθηκε από απελευθερωμένους μαύρους το 1877. Δηλαδή επτά χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης σεζόν. Αυτό επιβεβαιώνεται από την Υπηρεσία Εθνικών Πάρκων των ΗΠΑ.
Η αναφορά δεν μπορεί να είναι ιστορικά σωστή.
Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η σειρά χρησιμοποιεί σύμβολα της αφροαμερικανικής ιστορίας. Τα τοποθετεί μέσα στο σενάριο για να αποκτήσει κύρος και εκπροσώπηση, χωρίς να ελέγξει εάν ταιριάζουν στη συγκεκριμένη εποχή.
Μια σειρά που θέλει να συγχωρήσει τους πάντες
Η νέα παραγωγή θέλει να πει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καλοί. Οι Ίνγκαλς είναι καλοί. Ο Tann είναι καλός. Οι Mitchell είναι καλοί. Οι φτωχοί άποικοι είναι καλοί, αλλά εξαπατημένοι. Την ευθύνη αναλαμβάνουν μερικοί ρατσιστές, ένας πονηρός επιχειρηματίας, οι σιδηροδρομικές εταιρείες και μια απρόσωπη κυβέρνηση.
Αυτό είναι βολικό. Δεν είναι, όμως, σοβαρή ιστορική αφήγηση.
Η αρπαγή της γης δεν έγινε επειδή ορισμένοι κακοί εξαπάτησαν όλους τους υπόλοιπους. Αποτέλεσε κεντρικό μηχανισμό της επέκτασης των ΗΠΑ. Οι λευκοί άποικοι δεν ήταν όλοι τέρατα. Ήταν, όμως, μέρος αυτού του μηχανισμού και ωφελήθηκαν από αυτόν.
Η σειρά αρνείται να αφήσει αυτή την αλήθεια να τραυματίσει τους ήρωές της.
Το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» του Netflix είναι μια σαχλή και γλυκανάλατη ανακύκλωση ενός σημαντικού τηλεοπτικού τίτλου. Δεν αποτυγχάνει επειδή προσθέτει Ιθαγενείς και μαύρους χαρακτήρες. Αποτυγχάνει επειδή τους χρησιμοποιεί ως διακοσμητικές αποδείξεις της δικής του ηθικής ανωτερότητας.
Θέλει να καταδικάσει τον εποικισμό, χωρίς να αμφισβητήσει τους αποίκους. Θέλει να μιλήσει για τον ρατσισμό, χωρίς να ταράξει πραγματικά τον θεατή.
Τελικά, δεν αποκαθιστά την Ιστορία. Τη μετατρέπει σε ένα ακόμη όμορφο λιβάδι, πάνω στο οποίο η οικογένεια Ίνγκαλς μπορεί να χτίσει ξανά το σπίτι της.
Όχι. Πρόκειται για νέα μεταφορά των βιβλίων της Laura Ingalls Wilder, με διαφορετικό καστ και νέα προσέγγιση.
Η πρώτη σεζόν αποτελείται από οκτώ επεισόδια και είναι διαθέσιμη στο Netflix.
Περιλαμβάνει πραγματικά πρόσωπα και αναφέρεται στην παράνομη εγκατάσταση των αποίκων στη γη των Όσεϊτζ. Ωστόσο, μεταβάλλει σημαντικά την ευθύνη των εποίκων και περιέχει αναχρονισμούς, όπως την αναφορά στο Nicodemus πριν από την ίδρυσή του.
Αν αναζητάτε ένα απλό, οικογενειακό και νοσταλγικό δράμα, ίσως σας ικανοποιήσει. Αν περιμένετε ουσιαστική ιστορική προσέγγιση ή το συναίσθημα της σειράς του Michael Landon, πιθανότατα θα απογοητευτείτε.
Ναι. Η δεύτερη σεζόν είχε εγκριθεί πριν από την πρεμιέρα της πρώτης. Θα μεταφέρει την οικογένεια στο Walnut Grove και θα παρουσιάσει τη Nellie Oleson.
Διαβάστε επίσης:
New Amsterdam: Την προτιμώ από τον Dr. House
3%: Η βραζιλιάνικη δυστοπική σειρά του Netflix
Marco Polo: Εντυπωσιακή παραγωγή με αδύναμο σενάριο
Discover more from Agora Περιοδικό
Subscribe to get the latest posts sent to your email.

