Μετάβαση στο περιεχόμενο
Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2026
Απόψεις

Πως τα αγροφωτοβολταϊκά μπορούν να συνδυάσουν την αγροτική παραγωγή με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

Υπό αυτό το πρίσμα, η σωστή δημόσια πολιτική δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη γεωργία και την καθαρή ενέργεια. Χρειάζεται να διαμορφώσει κανόνες.

Απόψεις16/10/20264 min readAgora Journalist
Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου Οικονομολόγος - Διευθύνων Σύμβουλος Trojan Economics Αρκεί μια διαδρομή σε ορισμένες εμπορικές περιοχές των αστικών κέντρων για να διαπιστώσει κανείς πόσο έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια η παρουσία φαρμακείων σε μικρή γεωγραφική απόσταση. Η εικόνα αυτή γεννά ένα φαινομενικά απλό ερώτημα: περισσότερα φαρμακεία σημαίνουν κατ’ ανάγκη εντονότερο ανταγωνισμό και, κατ’ επέκταση, καλύτερο αποτέλεσμα για τον πολίτη; Η απάντηση έχει σημασία για τη γεωγραφική πρόσβαση των ασθενών, τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της παροχής φαρμακευτικών υπηρεσιών και, τελικά, το κόστος του ΓεΣΥ. Η απόφαση που άλλαξε τα δεδομένα Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού παρενέβη ενεργά στο ζήτημα των γεωγραφικών και πληθυσμιακών κριτηρίων για νέες συμβάσεις φαρμακείων με το ΓεΣΥ. Εξέφρασε επιφυλάξεις για τέτοιους περιορισμούς και τάχθηκε υπέρ άλλων μέτρων, όπως κινήτρων για εγκατάσταση σε περιοχές με ανεπαρκή κάλυψη. Τον Μάρτιο του 2021, ο ΟΑΥ αναθεώρησε την προσέγγισή του, καταργώντας τα γεωγραφικά και πληθυσμιακά κριτήρια και επαναφέροντας τη δυνατότητα σύναψης νέων συμβάσεων χωρίς τους πρόσθετους αυτούς περιορισμούς. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι ρυθμιστικοί περιορισμοί εισόδου πρέπει να ελέγχονται δεν σημαίνει ότι είναι εκ προοιμίου επιζήμιοι για τον ανταγωνισμό. Το κρίσιμο είναι ποιον σκοπό εξυπηρετούν, πώς λειτουργούν στην πράξη και ποιες επιπτώσεις έχουν. Το ερώτημα, επομένως, είναι κατά πόσο η προσέγγιση που επικράτησε τότε στηρίχθηκε σε ολοκληρωμένη οικονομική αξιολόγηση της συγκεκριμένης αγοράς. Η οικονομική θεωρία Η οικονομική θεωρία είναι σαφής: η ελεύθερη είσοδος δεν οδηγεί πάντοτε ούτε στον κοινωνικά επιθυμητό αριθμό επιχειρήσεων ούτε στη βέλτιστη γεωγραφική κατανομή τους. Σε αγορές με σημαντικά σταθερά κόστη και έντονη τοπική διάσταση μπορεί να υπάρξει υπερβολική είσοδος στις εμπορικά ελκυστικότερες περιοχές. Ένας νέος πάροχος μπορεί κυρίως να μετατοπίζει υφιστάμενη πελατεία, χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχη νέα ζήτηση ή πρόσθετη κοινωνική αξία. Με άλλα λόγια, περισσότερες επιχειρήσεις στην ίδια περιοχή δεν σημαίνουν αυτομάτως περισσότερη αξία για την κοινωνία. Στα φαρμακεία αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Για μεγάλο μέρος των φαρμάκων που διατίθενται μέσω του ΓεΣΥ, τα φαρμακεία δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην τιμή, αφού αυτή δεν καθορίζεται ελεύθερα από το κάθε φαρμακείο. Η ανταγωνιστική πίεση εκδηλώνεται κυρίως στην ποιότητα εξυπηρέτησης, τη διαθεσιμότητα, την ευκολία πρόσβασης και τη γεωγραφική εγγύτητα. Ένα πρόσθετο φαρμακείο σε περιοχή με ήδη υψηλή πυκνότητα μπορεί, επομένως, να προσφέρει μικρότερο όφελος από ένα νέο φαρμακείο σε περιοχή με περιορισμένη κάλυψη. Η γεωγραφική κατανομή επηρεάζει άμεσα την πρόσβαση, τις πραγματικές επιλογές των ασθενών και την αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού. Περισσότερα φαρμακεία, ίδιος προϋπολογισμός Υπάρχει και μια δεύτερη ιδιαιτερότητα: ο σφαιρικός προϋπολογισμός. Η αύξηση του αριθμού των φαρμακείων δεν αυξάνει από μόνη της ούτε τη ζήτηση ούτε το συνολικό ποσό που διαθέτει το ΓεΣΥ για την αμοιβή τους. Αν ο προϋπολογισμός παραμένει ο ίδιος, κατανέμεται μεταξύ περισσότερων παρόχων, ασκώντας πίεση στην αμοιβή και στη δραστηριότητα ανά φαρμακείο. Εάν αυτή η πίεση οδηγήσει σε προβλήματα βιωσιμότητας, μπορεί στο μέλλον να δημιουργηθούν απαιτήσεις για αύξηση των αμοιβών ή του σχετικού προϋπολογισμού του ΓεΣΥ για τα φαρμακεία. Θα πρόκειται ουσιαστικά για τη δημοσιονομική συνέπεια μιας υπεραπλουστευμένης αντίληψης ότι περισσότερες επιχειρήσεις συνεπάγονται κατ’ ανάγκη εντονότερο ανταγωνισμό, παραδοχή που σαφώς δεν επιβεβαιώνεται από την οικονομική θεωρία. Η υπερσυγκέντρωση και η αγορά ακινήτων Η υπερβολική συγκέντρωση φαρμακείων σε συγκεκριμένες περιοχές μπορεί να δημιουργεί και στρεβλώσεις στην αγορά επαγγελματικών ακινήτων. Η αυξημένη ζήτηση για καταστήματα στις ίδιες εμπορικές ζώνες μπορεί να ασκεί ανοδική πίεση στα μισθώματα και να εκτοπίζει άλλες χρήσεις ή επιχειρήσεις. Έτσι, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στον αριθμό των φαρμακείων, αλλά επεκτείνεται στη συνολικότερη λειτουργία των τοπικών αγορών. Δεν είναι τυχαίο ότι γεωγραφικά και πληθυσμιακά κριτήρια για φαρμακεία συναντώνται και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Το κρίσιμο δεν είναι η ύπαρξη περιορισμού καθαυτού, αλλά κατά πόσο αυτός στηρίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, είναι αναλογικός και συμβάλλει σε πιο ισορροπημένη γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων. Ήρθε η ώρα για μια νέα αξιολόγηση; Ίσως, λοιπόν, έχει έρθει η στιγμή ο ΟΑΥ να επανεξετάσει τα γεωγραφικά και πληθυσμιακά κριτήρια για νέες συμβάσεις με φαρμακεία στο ΓεΣΥ. Η αξιολόγηση πρέπει να εξετάσει πού υπάρχει ανεπαρκής κάλυψη και πού υπερβολική συγκέντρωση, πώς εκδηλώνεται στην πράξη ο ανταγωνισμός και ποιες είναι οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στον σφαιρικό προϋπολογισμό και στο κόστος του ΓεΣΥ. Η πολιτική ανταγωνισμού δεν έχει ως αυτοσκοπό τη μεγιστοποίηση του αριθμού των επιχειρήσεων, αλλά τη διαμόρφωση συνθηκών που οδηγούν, ιδίως μακροπρόθεσμα, σε καλύτερα αποτελέσματα για τους καταναλωτές ως προς τις τιμές, την ποιότητα, τις επιλογές και την πρόσβαση. Αυτό προϋποθέτει ορθή κατανόηση του τρόπου λειτουργίας κάθε αγοράς. Διαφορετικά, η εσφαλμένη παραδοχή ότι η αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων συνεπάγεται κατ’ ανάγκη εντονότερο ανταγωνισμό μπορεί τελικά να υπονομεύσει τόσο την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς όσο και τα συμφέροντα των καταναλωτών. *Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου, Οικονομολόγος – Διευθύνων Σύμβουλος Trojan Economics

Η γεωργική γη αποτελεί πολύτιμο και περιορισμένο παραγωγικό πόρο. Γι’ αυτό και η προστασία της αποτελεί θεμιτό στόχο δημόσιας πολιτικής. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για την ανάγκη αύξησης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα.

Οι δύο αυτοί στόχοι μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται ανταγωνιστικοί, καθώς διεκδικούν τη χρήση του ίδιου πόρου, της γης. Δεν είναι, όμως, κατ’ ανάγκη ασύμβατοι μεταξύ τους. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος από τους δύο πρέπει να υπερισχύσει, αλλά πώς μπορούν να συνδυαστούν αποτελεσματικά.

Από οικονομική άποψη, η γη αποτελεί σπάνιο παραγωγικό συντελεστή. Η χρήση της για έναν σκοπό συνεπάγεται κόστος ευκαιρίας, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα αξιοποίησής της για κάποιον άλλο σκοπό. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι διαφορετικές χρήσεις της γης είναι πάντοτε αμοιβαία αποκλειόμενες.

Όταν δύο χρήσεις γίνονται συμπληρωματικές

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα αγροφωτοβολταϊκά συστήματα. Ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας και τον σχεδιασμό τους, μπορούν να επιτρέψουν την παράλληλη αξιοποίηση της ίδιας έκτασης τόσο για γεωργική παραγωγή όσο και για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Από οικονομική άποψη, αυτό σημαίνει ότι δύο φαινομενικά ανταγωνιστικές και αμοιβαία αποκλειόμενες χρήσεις της γης μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να μετατραπούν σε συμπληρωματικές.

Στην οικονομική θεωρία, η κοινή αξιοποίηση ενός παραγωγικού συντελεστή σε περισσότερες από μία δραστηριότητες δημιουργεί μεγαλύτερη συνολική αξία από την αποκλειστική χρήση του σε μία μόνο δραστηριότητα.

Για παράδειγμα, η σκίαση που προσφέρουν τα φωτοβολταϊκά πάνελ μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να περιορίζει την εξάτμιση του νερού και, κατ’ επέκταση, τις ανάγκες άρδευσης ορισμένων καλλιεργειών, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια χώρα όπως η Κύπρος, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες και το έντονο υδατικό στρες αποτελούν διαχρονικές προκλήσεις.

Με τον τρόπο αυτό, η συνδυασμένη παραγωγή γεωργικών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας στην ίδια έκταση μπορεί να αυξήσει τη συνολική οικονομική απόδοση της γης, ενισχύοντας κατ’ επέκταση τη γαιοπρόσοδο, χωρίς να απαιτείται η πλήρης εγκατάλειψη της γεωργικής χρήσης.

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη κατηγορία οφελών, τα οποία δεν περιορίζονται στον ίδιο τον παραγωγό αλλά διαχέονται ευρύτερα στην οικονομία και την κοινωνία. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ περιορίζει τις αρνητικές εξωτερικότητες που συνδέονται με τη χρήση ορυκτών καυσίμων, μειώνοντας τις εκπομπές και το συνακόλουθο κοινωνικό κόστος της ρύπανσης. Παράλληλα, μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια, δημιουργώντας πρόσθετα οφέλη.

Η οικονομική λογική της αναλογικότητας

Η ύπαρξη ενός θεμιτού στόχου δημόσιας πολιτικής δεν σημαίνει ότι οποιοδήποτε μέτρο για την επίτευξή του είναι και οικονομικά ορθολογικό.

Ένας οριζόντιος περιορισμός στην ανάπτυξη αγροφωτοβολταϊκών συστημάτων μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο περιπτώσεις που διαφέρουν ουσιωδώς ως προς την ποιότητα και την πραγματική χρήση της γης, το είδος της καλλιέργειας, το ποσοστό κάλυψης και τη δυνατότητα συνέχισης της γεωργικής παραγωγής.

Η οικονομική αξιολόγηση ενός τέτοιου περιορισμού απαιτεί τη σύγκριση του πρόσθετου οφέλους από την προστασία της γεωργικής γης με το πρόσθετο κόστος που συνεπάγεται ο αποκλεισμός της παράλληλης ενεργειακής αξιοποίησής της.

Εάν ο ίδιος στόχος μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέσα, όπως τεχνικές προδιαγραφές, όρια κάλυψης, υποχρέωση διατήρησης της γεωργικής δραστηριότητας ή αξιολόγηση ανά περίπτωση, τότε ένας γενικός περιορισμός μπορεί να είναι υπερβολικός, εφόσον ενδέχεται να αποκλείει οφέλη από την παράλληλη ενεργειακή αξιοποίηση της γης χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχα μεγαλύτερο όφελος από την πρόσθετη προστασία της.

 

Όταν αλλάζουν οι κανόνες αφού δεσμευθεί το κεφάλαιο

Υπάρχει, τέλος, και ο ρυθμιστικός κίνδυνος. Οι επενδύσεις σε έργα ΑΠΕ απαιτούν σημαντικές αρχικές δαπάνες για γη, μελέτες, αδειοδοτήσεις και τεχνικό σχεδιασμό, μεγάλο μέρος των οποίων είναι μη ανακτήσιμο. Όσο περισσότερο κεφάλαιο έχει ήδη δεσμευθεί, τόσο πιο εκτεθειμένος γίνεται ο επενδυτής σε μεταγενέστερη αλλαγή των κανόνων.

Αυτό είναι το γνωστό στην οικονομική θεωρία ως πρόβλημα ομηρίας (hold-up problem), δηλαδή η έκθεση του επενδυτή σε μεταγενέστερη μεταβολή του ρυθμιστικού πλαισίου αφού έχει ήδη δεσμεύσει σημαντικά μη ανακτήσιμα κεφάλαια.

Οι συνέπειες, όμως, δεν περιορίζονται στους υφιστάμενους επενδυτές. Οι μελλοντικοί επενδυτές προεξοφλούν τον αυξημένο ρυθμιστικό κίνδυνο και απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να δεσμεύσουν κεφάλαια, αυξάνοντας έτσι το κόστος χρηματοδότησης των επενδύσεων. Ως αποτέλεσμα, ορισμένα έργα μπορεί να καταστούν λιγότερο ελκυστικά ή να μην υλοποιηθούν καθόλου.

Γι’ αυτό η προβλεψιμότητα της ρύθμισης δεν είναι απλώς ζήτημα νομικής ασφάλειας. Είναι βασική οικονομική προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων και, ευρύτερα, για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που επιτρέπει την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων παραγωγικών πόρων.

Υπό αυτό το πρίσμα, η σωστή δημόσια πολιτική δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη γεωργία και την καθαρή ενέργεια. Χρειάζεται να διαμορφώσει κανόνες οι οποίοι, όπου αυτό είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, να επιτρέπουν τη συνύπαρξή τους, να αξιοποιούν τις μεταξύ τους συμπληρωματικότητες και να λαμβάνουν υπόψη τα ευρύτερα κοινωνικά οφέλη που μπορούν να προκύψουν.

Αυτό ακριβώς επιδιώκει η καλή ρύθμιση, η εξισορρόπηση και των δύο επιδιώξεων κατά τρόπο που να μεγιστοποιεί τη συνολική κοινωνική αξία και παραγωγικότητα της γης ως σπάνιου παραγωγικού συντελεστή.

*Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.

Σημείωση: Το παρόν άρθρο εκφράζει αποκλειστικά τις απόψεις του/της συγγραφέα. Οι θέσεις και οι απόψεις που διατυπώνονται δεν απηχούν και δεν δεσμεύουν τη συντακτική ομάδα ή το Περιοδικό Agora.

Discover more from Agora Περιοδικό

Subscribe to get the latest posts sent to your email.

Συνεχίστε την ανάγνωση